Μωπασσάν, Γκυ ντε (1850-1893)

Στα τέλη του 19ου αιώνα, ένα νέο λογοτεχνικό πνεύμα γεννιέται το οποίο θα παρακινήσει το ενδιαφέρον των αναγνωστών εκείνης της εποχής και των επόμενων. Πρόκειται για τον Γκυ ντε Μωπασσάν ο οποίος θα πάρει τη πένα για να αποκαλύψει έναν κόσμο γεμάτο μυστήριο που κυριαρχείται από το φανταστικό και το υπερφυσικό στοιχείο.

 

Ο Γκυ ντε Μωπασσάν, ο πρώτος γιος του Γκυστάβ ντε Μωπασσάν και της Λωρ Λε Πουατβέν, γεννιέται στις 5 Αυγούστου στο Σεν-Ενφεργιέρ. Έξι χρόνια μετά, η οικογένεια υποδέχεται το δεύτερο γιο της που ονομάζεται Ερβέ. Όμως, η συζυγική ζωή των γονιών τους φθάνει στο τέλος της το 1860 όπου χωρίζουν οριστικά λόγω διαφορετικών χαρακτήρων. Μετά το χωρισμό, ο Γκυ και ο αδερφός του ζουν με τη μητέρα τους στο Ετρετά.

Ένας αβάς μονής και η μητέρα του ασχολούνται με τη μόρφωση του Γκυ μέχρι την ηλικία των 12 ετών όπου εκείνος γίνεται τρόφιμος στο θρησκευτικό γυμνάσιο Υβετό. Όμως, λόγω των εχθρικών συναισθημάτων του ενάντια στη θρησκεία, τον αποβάλλουν. Το 1868, εγγράφεται στο λύκειο της Ρουέν όπου ξεκινά να γράφει στίχους και να ασχολείται με θεατρικά έργα. Γίνεται, επίσης, μαθητής του Γκυστάβ Φλωμπέρ. Παίρνει το απολυτήριο το 1869 και ξεκινάει τις σπουδές του στη Νομική στο Παρίσι τις οποίες αναγκάζεται να διακόψει την επόμενη χρονιά επειδή ξεσπάει ο γαλλοπρωσικός πόλεμος.

Μετά από ένα χρόνο φεύγει από τη Νορμανδία για να ξεκινήσει μια νέα ζωή στο Παρίσι. Επειδή πρέπει να βγάλει τα προς τα ζην, προσλαμβάνεται ως κλητήρας στο Υπουργείο Ναυτιλίας και θα παραμείνει εκεί μέχρι το 1878. Έπειτα, μεταφέρεται στο Υπουργείο Δημόσιας Παιδείας όπου θα παραμείνει μέχρι το 1882. Παρά τη δουλειά του, ασχολείται εντατικά με την συγγραφή. Συγκεκριμένα, γράφει πολύ έχοντας στο πλάι του το μέντορά του, δηλαδή τον Γκυστάβ Φλωμπέρ ο οποίος διορθώνει τα γραπτά του. Το 1875, δημοσιεύει το πρώτο του παραμύθι με τον τίτλο Το γδαρμένο Χέρι (La Main écorchée) υπό το ψευδώνυμο Ζοζέφ Πρυνιέ και το 1876, δημοσιεύει ένα άλλο παραμύθι με τον τίτλο Στο κανό (En canot) και υπογεγραμμένο με το ψευδώνυμο Γκυ ντε Βαλμόν.

Ο Γκυ ντε Μωπασάν δεν ασχολείται μόνο με τη δουλειά του ή τη συγγραφή του. Αντιθέτως, κάθε Κυριακή, κάνει κανό στο Σηκουάνα ή κατά τη διάρκεια των διακοπών του, επισκέπτεται περιοχές όπως τις Μπεζόν και Σατού. Επιπλέον, του αρέσει πολύ το κυνήγι και παρευρίσκεται πάντα στην έναρξη της εποχής του. Ωστόσο, περνάει τα βράδια του και τα νύχτες του διασκεδάζοντας με διάφορες γυναίκες.

Το 1877, φαίνεται ότι η έντονη ζωή έχει σοβαρές συνέπειες για την υγεία του. Τον Ιανουάριο της ίδιας χρονιάς, διαδιγνώσκεται με σύφιλη. Ο νεαρός συγγραφέας δίνει την εντύπωση ότι δεν ανησυχεί δεδομένου ότι γράφει στο φίλο του Ρομπέρ Πινσόν : «Έχω τη σύφιλη! Επιτέλους! Την πραγματική!!! […] Αλληλούια! Έχω σύφιλη, συνεπώς δεν φοβάμαι πια μήπως την κολλήσω». Εντωμεταξύ, συχνάζει σε λογοτεχνικά σαλόνια εφόσον έχει ήδη γνωρίσει σημαντικούς συγγραφείς εκείνης της εποχής. Έτσι, γίνεται μέλος της ομάδας του Μεντάν που αποτελείται από πολλούς συγγραφείς μεταξύ των οποίων ο Εμίλ Ζολά. Αυτοί οι συγγραφείς, κατά τη διάρκεια δείπνων, μιλούν για τη λογοτεχνία και για τον πόλεμο του 1870. Από το 1878 συγκεντρώνονται στο σπίτι που ο Εμίλ Ζολά αγόρασε στο Μεντάν.

Παρά το πρόβλημα υγείας του, συνεχίζει τη συγγραφή του και το 1879, εκδίδει το πρώτο του βιβλίο με τον τίτλο Ιστορία του παλιού καιρού (Histoire du vieux temps). Το 1880, είναι ένας από τους έξι νατουραλιστές συγγραφείς που δημοσιεύουν τη συλλογή με τον τίτλο Οι Βραδιές του Μεντάν (Les Soirées de Médan) και που αποτελείται από έξι νουβέλες. Το θέμα τους είναι ο πόλεμος του 1870. Έτσι, το λογοτεχνικό κοινό έχει την ευκαιρία να διαβάσει τη νουβέλα του Γκυ ντε Μωπασσάν που έχει τον τίτλο Μπάλα από λίπος (Boule de suif) και που, σύμφωνα με τα λόγια του Γκυστάβ Φλωμπέρ, «είναι ένα αριστούργημα που θα μείνει». Η ιστορία αυτής της νουβέλας διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1870. Ο σκοπός του Γκυ είναι να δείξει την υποκρισία των αστών καθώς μιλάει για τον πόλεμο και την ελευθερία. Από εκείνη την στιγμή, μπαίνει στο χώρο της δημοσιογραφίας δεδομένου ότι γράφει άρθρα και παραμύθια τα οποία δημοσιεύονται σε διάφορες εφημερίδες όπως στις L’Écho de Paris, Le Gaulois, Le Figaro και Gil Blas.

Εντωμεταξύ, όταν έχει ελεύθερο χρόνο, γράφει νουβέλες, μυθιστορήματα και ποιήματα. Ωστόσο μετά την αποτυχία της ποιητικής συλλογής του με τον τίτλο Στίχοι (Des Vers) το 1880, αποφασίζει να μην ασχοληθεί πλέον με την ποίηση. Το 1881, η πρώτη του συλλογή με νουβέλες με τον τίτλο Ο Οίκος Τελλιέ (La Maison Tellier) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις του Βικτώρ Αβάρ. Ο Γκυ ντε Μωπασσάν καταθέτει εκεί την εκτίμησή του και το θαυμασμό του για το Ρώσσο συγγραφέα και δραματουργό Ιβάν Τουργκένιεφ, με τον οποίο είναι φίλος από το 1876, καθώς συμπεριλαμβάνει την εξής αφιέρωση: «Στον Ιβάν Τουργκένιεφ, φόρος τιμής με στοργή και μεγάλο θαυμασμό». Λόγω κάποιων διαφωνιών, το συμβόλαιο του Μωπασσάν με τον εκδότη Αβάρ τελειώνει. Έτσι, ο συγγραφέας υπογράφει ένα νέο συμβόλαιο με τον εκδότη Πωλ Ολλανντόρφ που του επιτρέπει μια δεύτερη έκδοση αυτής της συλλογής η οποία περιλαμβάνει μια επιπλέον νουβέλα με τον τίτλο Οι Τομπάλ (Les Tombales). Μερικούς μήνες μετά, υποχρεούται να κάνει ένα ταξίδι στην Αφρική του Βορρά ως ειδικός απεσταλμένος της εφημερίδας Le Gaulois. Επιστρέφει στο Παρίσι τον Σεπτέμβριο και εκδίδει κάποια από τα άρθρα του στην συγκεκριμένη εφημερίδα με το ψευδώνυμο Μοφρινιέζ.

Λαμβάνοντας τα δικαιώματα από την συλλογή του Ο Οίκος Τελλιέ (La Maison Tellier), χτίζει ένα σπίτι στην περιοχή Ετρετά το οποίο ονομάζει «Λα Γκυγιέτ» ή «σπίτι του Γκυ» και στο οποίο πολλοί από τους φίλους του συγκεντρώνονται κυρίως το καλοκαίρι. Εντωμεταξύ, δεν σταματάει τη συγγραφή του και το 1882 δημοσιεύει τη συλλογή νουβελών με τον τίτλο Δεσποινίς Φιφί.

Την επόμενη χρονιά, δημοσιεύει το πρώτο του μυθιστόρημα με τον τίτλο Μια ζωή ή Η Ταπεινή Αλήθεια (Une vie ou LHumble Vérité) στο οποίο ο Μωπασσάν μιλάει για διαφορετικά θέματα όπως για την μοιχεία, τα χρήματα, την εκπαίδευση των κοριτσιών, την θρησκεία, την ανθρώπινη κακία, το θάνατο. Κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονιάς, δημοσιεύει τη συλλογή με δεκαεπτά νουβέλες υπό τον τίτλο Διηγήματα της μπεκάτσας (Contes de la bécasse). Μια από τις νουβέλες του φέρει τον τίτλο Ένας Νορμανδός (Un Normand) και είναι αφιερωμένη στον Πωλ Αλεξί. Μια άλλη νουβέλα με τον τίτλο Στη θάλασσα (En mer) συμπεριλαμβάνεται στην ίδια συλλογή και είναι αφιερωμένη στον Ανρί Σεάρ. Επιπλέον, εκδίδει ακόμα μια συλλογή που αποτελείται από δώδεκα νουβέλες και που φέρει τον τίτλο Σεληνόφως (Clair de Lune). Κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονιάς, γεννιέται το πρώτο του παιδί που είναι ένα αγόρι και που ονομάζεται Λυσιάν. Εντωμεταξύ, το 1884, γεννιέται η πρώτη του κόρη. Κατά τη διάρκεια αυτής της χρονιάς, οι συλλογές του με τις  νουβέλες Το Κρεβάτι 29 (Le Lit 29) και Δεσποινίς Αριέ (Miss Harriet), Οι Αδερφές Ροντολί (Les Sœurs Rondoli) και Υβέτ (Yvette) εκδίδονται.

Το 1885, η φήμη του Γκυ ντε Μωπασσάν εξαπλώνεται στο λογοτεχνικό κόσμο χάρη σε μία άλλη μεγάλη επιτυχία. Αυτή τη φορά, εκδίδει το ρεαλιστικό του μυθιστόρημα με τον τίτλο Φιλαράκος (BelAmi) στην εφημερίδα Gil Blas. Ο ήρωας αυτού του μυθιστορήματος ονομάζεται Ζωρζ Ντυρουά και είναι ένας κυνικός δημοσιογράφος ο οποίος φθάνει στην κορυφή της κοινωνικής κλίμακας του Παρισιού γοητεύοντας γυναίκες που έχουν μεγάλη επιρροή. Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα προσελκύει τα βλέμματα του κοινού και των λογοτεχνικών κριτικών δεδομένου ότι ο Μωπασσάν δίνει στον ήρωα του στοιχεία από την προσωπική του ζωή. Έτσι, πολλά πρόσωπα αναρωτιούνται αν ο Ζωρζ Ντυρουά είναι στην πραγματικότητα ο ίδιος ο συγγραφέας που έχει επίσης μια κοινωνική άνοδο. Ο Μωπασσάν, βασιζόμενος στα λόγια του Γκυστάβ Φλωμπέρ που είχε πει για το μυθιστόρημά του Μαντάμ Μποβαρύ (Madame Bovary) ότι «η Μαντάμ Μποβαρύ, ήταν εκείνος» θα πει ότι ο «Φιλαράκος είναι ο ίδιος». Όπως και να ‘χει, αυτό το μυθιστόρημα δεν περιέχει μόνο κάποια στοιχεία που προέρχονται από την πραγματική ζωή του συγγραφέα, αλλά και την άποψή του για τον καπιταλισμό, την πολιτική και τις γυναίκες που στερούνται την πολιτικών τους δικαιωμάτων. Αυτό το μυθιστόρημα ανατυπώνεται τριάντα-έξι φορές σε τέσσερις μήνες. Κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονιάς, εκδίδει ακόμα δύο συλλογές νουβελών, τα Διηγήματα της μέρας και της νύχτας (Contes du jour et de la nuit) και το Τουέν (Toine). Εντωμεταξύ, αγοράζει ένα ιστιοπλοϊκό που ονομάζει ο «Φιλαράκος» και με το οποίο κάνει μια μεγάλη κρουαζιέρα.

Ωστόσο η υγεία του συγγραφέα επιδεινώνεται όλο και περισσότερο καθώς ο χρόνος περνά. Υποφέρει από αβάσταχτους πονοκεφάλους και μερικές φορές από κρίσεις πανικού. Προσπαθεί να απαλλαχτεί από αυτά χρησιμοποιώντας αιθέρα ή φάρμακα της εποχής του. Εντωμεταξύ, επιλέγει να μην έχει πια κοσμική ζωή και απομονώνεται στο σπίτι του όπου γράφει. Νιώθει μεγάλη αποστροφή για την κοινωνία της εποχής του και φθάνει στο σημείο να μην είναι πια χαρούμενος. Παρά την οικονομική του δύναμη και τη μεγάλη του φήμη, ο Γκυ ντε Μωπασσάν ζει στη μοναξιά και στην κατάθλιψη. Οι πονοκέφαλοί του ενδυναμώνονται και αρκετές φορές υποφέρει από ψευδαισθήσεις. Αλλά, δεν σταματάει την συγγραφή. Εξάλλου, είναι ο τρόπος με τον οποίο εκφράζει αυτό που πιστεύει ή περιγράφει αυτό που τον στοιχειώνει.

Έτσι, το 1886, εκδίδει τη συλλογή του Ο Κύριος Γονεύς (Monsieur Parent) με δεκαεπτά νουβέλες και την συλλογή του Η Μικρή Ροκ (La Petite Roque) με δέκα νουβέλες. Την επόμενη χρονιά, εκδίδει το μυθιστόρημά του Όρος Οριόλ (MontOriol) στο οποίο μιλάει για επιχειρηματίες και για γιατρούς. Ο σκοπός του είναι να παρουσιάσει στο κοινό του μια καινούργια επιστήμη η οποία αναπτύσσεται στην εποχή του, δηλαδή την ψυχολογία. Εξάλλου, ο Μωπασσάν είναι ένας άνθρωπος που μελετάει αυτή την επιστήμη επειδή αναζητά τρόπους θεραπείας της ασθένειας του. Εντωμεταξύ, κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονιάς, γίνεται ακόμα μια φορά πατέρας εφόσον ένα άλλο κορίτσι γεννιέται.  Αλλά δεν το αναγνωρίζει. Ωστόσο, καταφέρνει να τραβήξει ξανά τα βλέμματα του λογοτεχνικού κόσμου εκδίδοντας αυτή τη φορά το σύντομο νατουραλιστικό μυθιστόρημά του με τον τίτλο Πιερ και Ζαν (Pierre et Jean). Ο συγγραφέας μιλά εκεί για τα χρήματα, την κληρονομικότητα και την μικρή αστική τάξη. Αυτό το έργο περιέχει, επίσης, τον πρόλογο που φέρει τον τίτλο Το μυθιστόρημα (Le roman) και το οποίο μπορούμε να διαβάσουμε ανεξάρτητα από τη βασική ιστορία δεδομένου ότι περιέχει την γνώμη του Γκυ ντε Μωπασσάν για την τέχνη της αφήγησης. Διευκρινίζει μέσα από αυτές τις γραμμές ότι δεν γράφει ρομαντικά, συμβολικά ή νατουραλιστικά μυθιστορήματα. Αντιθέτως, γράφει ρεαλιστικές ιστορίες αναζητώντας μόνο τη νηφαλιότητα των γεγονότων και όχι την ψυχολογική της εξήγηση.

Ωστόσο, ένα πλάσμα προερχόμενο από τη φαντασία του παίρνει το όνομα το Ορλά και εμφανίζεται για πρώτη φορά στη νουβέλα του το Γράμμα ενός τρελού (Lettre dun fou) που δημοσιεύεται στην εφημερίδα Gil Blas το 1885. Ο συγγραφέας μιλάει για αυτό το πλάσμα χωρίς να το ονομάζει στο γράμμα ενός ασθενή ο οποίος το γράφει για να αποφασίσει ο γιατρός του τον εγκλεισμό του σε ένα άσυλο. Το 1886, μια άλλη νουβέλα με τον τίτλο Το Ορλά (πρώτη έκδοση) [(Le Horla (première version)] δημοσιεύεται στην εφημερίδα Gil Blas. Αυτή τη φορά, ο Μωπασσάν περιγράφει την ιστορία ενός ασθενούς που είναι ήδη κλεισμένος στη ψυχιατρική κλινική του γιατρού Μαράντ. Αυτός ο ασθενής περιγράφει σε « τρεις συναδέλφους» του γιατρού και σε «τέσσερις επιστήμονες» την καταδίωξή του από το Ορλά. Αλλά, το 1887, η συλλογή του με τον τίτλο Το Ορλά (Le Horla) εκδίδεται από τον εκδότη Πωλ Ολλανντόρφ. Αυτή η συλλογή αποτελείται από δεκατρείς νουβέλες μεταξύ των οποίων η νουβέλα Το Ορλά (δεύτερη έκδοση) [(Le Horla (deuxième version)]. Ο Γκυ ντε Μωπασσάν παρουσιάζει το προσωπικό ημερολόγιο ενός ασθενούς που είναι στοιχειωμένος από το Ορλά και που καταλήγει να γίνει ένας δολοφόνος λόγω της τρέλας του. Είναι η πρώτη φορά που ο Γκυ περιγράφει με ένα ρεαλιστικό τρόπο τις σκέψεις, τα συναισθήματα, το φόβο και τις αποφάσεις ενός ανθρώπου που είναι πιθανώς το θύμα ενός παράλογου κόσμου, ενός κόσμου όπου το Ορλά είναι μια νέα μορφή ζωής που θα καταστρέψει το ανθρώπινο είδος. Η συγγραφή του είναι απλή και έντονη ταυτόχρονα. Μια πληθώρα συναισθημάτων κυριαρχεί την ψυχή του αναγνώστη που έρχεται αντιμέτωπος με τις κραυγές αγωνίας ενός ασθενούς που προσπαθεί να επιβιώσει και που, τελικά, σκέφτεται ότι υπάρχει μια λύση για εκείνον, δηλαδή η λύση της αυτοκτονίας.

Παρά τα ψυχολογικά του προβλήματα, ο Γκυ ντε Μωπασσάν δεν σταματάει να γράφει. Έτσι, το 1888, η συλλογή του Η τρανταφυλλιά της κυρίας Υσσόν (Le Rosier de madame Husson), που αποτελείται από δεκατέσσερις νουβέλες, εκδίδεται υπό τις εκδόσεις του Κουαντέν. Κατά τη διάρκεια αυτής της χρονιάς, γίνεται επίσης μέλος της Εταιρείας των ανθρώπων των γραμμάτων[/simple_tooltip] της Γαλλίας. Την επόμενη χρονιά, εκδίδει το μυθιστόρημά του Δυνατός σαν τον θάνατο (Fort comme la mort) στις εκδόσεις Όλλεντορφ. Ο συγγραφέας παρουσιάζει την ιστορία του ήρωά του Ολιβιέ Μπερτέν στο σύγχρονο Παρίσι μέσα από την οποία μιλάει για την αγάπη και τα γηρατειά. Από τη μία οι νέοι που αγαπιούνται τρελά και από την άλλη ο θάνατος από τον οποίο κανείς δε μπορεί να ξεφύγει. Κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονιάς, εκδίδει επίσης μια συλλογή με έντεκα νουβέλες, που τις είχε ήδη δημοσιεύσει κατά τη διάρκεια των ετών 1887-1889, με τον τίτλο Το αριστερό Χέρι (La Main gauche) στις εκδόσεις του Πωλ Ολλανντόρφ. Εντωμεταξύ, ο αδερφός του Ερβέ πεθαίνει όντας παράφρων στη ψυχιατρική κλινική της Λυών.

Το 1890, ο ψυχολογικός κόσμος του Γκυ ντε Μωπασσάν είναι εντελώς κατεστραμμένος. Η απώλεια του αδερφού του του επιφέρει έναν ανυπόφορο πόνο και παράλληλα παθαίνει εμμονή με την ιδέα του θανάτου. Εντωμεταξύ, ο μεγάλος συγγραφέας εκδίδει τα τελευταία του έργα δεδομένου ότι γράφει ασταμάτητα. Η συλλογή του με έντεκα νουβέλες που φέρει τον τίτλο Η Ανώφελη Ομορφιά (LInutile Beauté) εκδίδεται από τον εκδότη Βικτώρ Αβάρντ τον Απρίλιο. Επιπλέον, το τελευταίο του μυθιστόρημα με τον τίτλο Η καρδιά μας (Notre cœur) μέσα από το οποίο ο Γκυ ντε Μωπασσάν αποχαιρετά όλες τις γυναίκες που γνώρισε κατά τη διάρκεια της ζωής του εκδίδεται από τις εκδόσεις Όλλεντορφ τον Ιούνιο.

Ωστόσο, αγνοεί εντελώς την αρρώστια του και συνεχίζει να γράφει καθώς παρασύρεται από τη φαντασία του. Αρχίζει, λοιπόν, την συγγραφή δύο μυθιστορημάτων με τους τίτλους Η ξένη Ψυχή (L’Âme étrangère) και Ο Ανζελύς (LAngélus). Αλλά, δεν καταφέρνει να τα ολοκληρώσει δεδομένου ότι παραδίδεται στην δύναμη της παράνοιάς του. Συγκεκριμένα, την 1η Ιανουαρίου 1892, κάνει μια απόπειρα αυτοκτονίας με πιστόλι χωρίς να τα καταφέρει επειδή ο υπηρέτης του είχε αφαιρέσει τις σφαίρες. Έτσι, κάνει μια νέα απόπειρα όταν σπάει ένα πλακάκι για να κόψει το λαιμό του. Συνεπώς, εισάγεται, πέντε μέρες μετά, στην κλινική του γιατρού Μπλανς στην περιοχή Πασσύ. Ο συγγραφέας, όντας βασανισμένος από την τρέλα ως αποτέλεσμα της σύφιλης, δεν καταφέρνει να ξαναβρεί τον εαυτό του. Μένει σε κατάσταση παράλυσης για δεκαοχτώ μήνες χωρίς να ανακτήσει τις αισθήσεις του, χωρίς να χαθεί ακόμα μια φορά στις νουβέλες του, χωρίς να μπορεί να εκφράσει τις σκέψεις του. Ο Γκυ ντε Μωπασσάν βυθίζεται σε ένα βαθύ ύπνο και κανείς δεν ξέρει αν είναι στοιχειωμένος από τους δαίμονές του ή πιο συγκεκριμένα από το Ορλά του. Αφήνει την τελευταία του πνοή σε αυτή την κλινική στις 6 Ιουλίου 1893, στις έντεκα παρά τέταρτο το πρωί αφού είχε πει κάποτε στο φίλο του Χοσέ Μαρία ντε Ερέντζα: «Μπήκα στη λογοτεχνία σαν ένας μετεωρίτης, θα βγω από αυτή σαν ένας κεραυνός». Δύο μέρες μετά, η κηδεία αυτού του ρεαλιστή συγγραφέα γίνεται στην εκκλησία Σεν-Πιερ-ντε-Σεγιό στο Παρίσι και ενταφιάζεται στο κοιμητήριο Μονπαρνάς. Ο Εμίλ Ζολά είναι το πρόσωπο που εκφωνεί τον επικήδειο για τον φίλο του λέγοντας: «Εκτός από τη δόξα του συγγραφέα, θα παραμείνει ως ένας από τους ανθρώπους που ήταν οι πιο ευτυχισμένοι και οι πιο δυστυχισμένοι στη γη, […] ».

Παρά τον απρόσμενο θάνατό αυτού του μεγάλου συγγραφέα, φαίνεται ότι η επιρροή του Γκυ ντε Μωπασσάν δεν εξαφανίζεται μετά το θάνατό του. Αντιθέτως, είναι πολύ δυνατή στα χρόνια που ακολουθούν. Το 1897, ένα μνημείο στη μνήμη του εγκαινιάζεται στο πάρκο Μονσώ μετά την πρόταση του Εμίλ Ζολά που έκανε στην Εταιρεία των ανθρώπων των γραμμάτων. Ο εκδότης Όλλεντορφ δημοσιεύει δύο συλλογές νουβέλων του Γκυ ντε Μωπασσάν, Ο Μπάρμπα-Μιλόν (Le Père Milon) το 1899 και Ο Γυρολόγος (Le Colporteur) το 1900. Επιπλέον, σχολικά κτίρια έχουν σήμερα το όνομα του όπως στη Ρουέν και στη Λιμόζ. Όσον αφορά στα έργα του, αρκετά από αυτά, όπως ο Φιλαράκος (BelAmi), έχουν γίνουν πολλές φορές διασκευή για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Ο Γκυ ντε Μωπασσάν θεωρείται, στην σύγχρονη εποχή, ως ένας από τους μεγαλύτερους λογοτεχνικούς συγγραφείς που εισήγαγε το φανταστικό στοιχείο στη γαλλική λογοτεχνία του 20ου αιώνα. Είναι ο συγγραφέας που έδωσε στους ανθρώπους την ευκαιρία κάνουν βαθύτερες σκέψεις για να ανακαλύψουν αυτό που υπάρχει κρυμμένο στην φαντασία ή αυτό που υπάρχει στην πραγματικότητα. Εμείς δεν έχουμε παρά να επιλέξουμε μια από τις νουβέλες του για να αναζητήσουμε αυτό που είναι κρυμμένο στις σκέψεις μας ή στη φαντασία μας!


Η βιογραφία του Γκυ ντε Μωπασσάν, που έγραψε και επιμελήθηκε η Εύη Μαρκουίζου, περιέχει μεταξύ εισαγωγικών αποσπάσματα από νουβέλες που συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο με τον τίτλο Maupassant – Le Horla et autres contes d’angoisse (FONYI, Antonia. Maupassant – Le Horla et autres contes d’angoisse. Paris : Flammarion, coll. GF, 2006, 254 p.). Η μετάφρασή τους στα ελληνικά έγινε από την Εύη Μαρκουίζου :

  • Γράμμα ενός τρελού (Lettre dun fou) : σ. 40
  • Το Ορλά (πρώτη έκδοση) [Le Horla (première version)] : σ. 53
  • Το Ορλά (δεύτερη έκδοση) [Le Horla (deuxième version)] : σ. 78
  • «Καρύδα, καρύδα, φρέσκια καρύδα» (« Coco, coco, coco frais ! ») : σ. 151
Seo wordpress plugin by www.seowizard.org.