Μολιέρος (1622-1673)

Ο 17ος αιώνας φέρνει πολλές αλλαγές τόσο στα λογοτεχνικά όσο και στα θεατρικά κείμενα λόγω του Κλασικισμού. Πρόκειται για ένα πολιτιστικό κίνημα που απαιτεί την αρμονία με έλλειψη του φανταστικού ή ρεαλιστικού στοιχείου. Εκείνη την εποχή, ένας άνθρωπος του θεάτρου θα κάνει δειλά την εμφάνισή του και μετά από μεγάλο προσωπικό αγώνα, θα ξεκινήσει να μιλά χωρίς να φοβάται, να προκαλεί το γέλιο χωρίς να γελοιοποιείται, να ξεδιπλώνει την αλήθεια χωρίς υπεκφυγές! Μας συστήνεται ως Ζαν Μπατίστ Ποκελέν και θα μείνει στην παγκόσμια ιστορία ως Μολιέρος!!!

Γεννιέται στις 15 Ιανουαρίου 1622 στο Παρίσι. Προέρχεται από πλούσιους αστούς γονείς δεδομένου ότι οι παππούδες του από τη μεριά του πατέρα του, Ζαν Ποκελέν και της μητέρας του, Μαρί Κρεσσέ, είναι έμποροι υφασμάτων στο Παρίσι. Φυσικά και ο πατέρας του ασκεί το ίδιο επάγγελμα έχοντας την ελπίδα ότι ο μικρός του γιος θα συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση. Παρά την οικονομική άνεση της οικογένειάς του, ο Ζαν Μπατίστ Ποκελέν δεν έχει την τύχη να μεγαλώσει με αδέρφια αφού θα γεννηθούν μετά από εκείνον τρεις γιοι και δύο κόρες που δε θα καταφέρουν να επιβιώσουν. Επιπλέον το μικρό παιδί, θα χάσει τη μητέρα του στην ευαίσθητη ηλικία των δέκα ετών και η οικογενειακή τραγωδία δε θα σταματήσει σε αυτό το σημείο. Ο πατέρας του θα ξαναπαντρευτεί και θα δημιουργήσει νέα οικογένεια με την Κατρίν Φλερέτ. Θα αποκτήσει μαζί της τρεις κόρες αλλά εκείνη θα φύγει από τη ζωή το 1636. Συνεπώς, ο πατέρας του θα ακολουθήσει το μονοπάτι της μοναχικής ζωής και θα ασχοληθεί αποκλειστικά με την ανατροφή του Ζαν-Πωλ.

Παρά τις συνεχείς τραγωδίες, ο Ζαν Μπατιστ Ποκελέν λαμβάνει τη μόρφωσή του από Ιησουίτες δασκάλους όντας μαθητής σε ένα από τα καλύτερα λύκεια της γαλλικής πρωτεύουσας εκείνη την εποχή, στο κολλέγιο Κλερμόν ή διαφορετικά κολλέγιο Λουί λε Γκραν. Έπειτα, εγκαταλείπει τη γενέτειρά του για να συνεχίσει τις σπουδές του ως φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Ορλεάνης καταφέρνοντας να γίνει δικηγόρος χωρίς, όμως, να ακολουθήσει το μονοπάτι της Νομικής.

Ο λόγος είναι ότι τον κερδίζει η αγάπη του για το θέατρο η οποία ενδυναμώνεται από τη σχέση που έχει συνάψει με την ηθοποιό Μαντλέν Μπεζάρ (1618-1672) από το 1642. Η κοπέλα προέρχεται από μία γνωστή οικογένεια κωμικών εκείνης της εποχής και ο Ζαν Μπατίστ δεν αργεί να πάρει μια απόφαση με την οποία δεν συμφωνεί καθόλου ο πατέρας του. Συγκεκριμένα ιδρύει στις 30 Ιουνίου 1643 τη δική του θεατρική ομάδα στο Παρίσι αποτελούμενη από δέκα κωμικούς μεταξύ των οποίων η Μαντλέν, ο αδερφός της Ζοσέφ και η αδερφή της Ζενεβιέβ. Η ομάδα φέρει την ονομασία Illustre Théâtre. Πρόκειται για το τρίτο θίασο κωμικών που εδρεύει στο Παρίσι δεδομένου ότι υπάρχουν ήδη ο Βασιλικός θίασος στο θέατρο Hôtel de Bourgogne και ο θίασος του βασιλιά στο θέατρο Μαρέ.

Η νέα θεατρική ομάδα εγκαθίσταται σε ένα χώρο στην αριστερή όχθη του προαστίου Ζαν Ζερμάν που χρησιμοποιείται και ως γήπεδο για την αντισφαίριση εσωτερικού χώρου. Αρχικά, ανεβάζουν τραγωδίες και τραγικωμωδίες. Παράλληλα, διάφοροι συγγραφείς εκείνης της εποχής εμπιστεύονται στο νέο θίασο τα έργα τους. Ωστόσο, οι ηθοποιοί αντιμετωπίζουν κάποιες οικονομικές δυσκολίες αφού ο Ζαν-Μπατίστ Ποκελέν δεν έχει παρά 630 λίρες που έχει κληρονομήσει από τη μητέρα του και καμία στήριξη από τον πατέρα του. Όμως, μια φωτιά που ξέσπασε στο θέατρο Μαρέ έχει ως αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη προσέλευση κοινού που θέλει να παρακολουθήσει τις παραστάσεις αυτής της θεατρικής ομάδας.

Το 1644, ο Ζαν Μπατίστ, που είναι διευθυντής του θεάτρου του, ξεκινά επίσης να μη χρησιμοποιεί πλέον το πραγματικό του όνομα αλλά να υπογράφει «Ντε Μολιέρ». Διαφορετικές θεωρίες εξηγούν την απόφασή του για τη χρήση ψευδωνύμου χωρίς, όμως, να ανήκουν σε εκείνον αλλά κυρίως σε βιογράφους. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι σκοπός του κωμικού ήταν ν’απαλλάξει τον πατέρα του από την ντροπή που ένιωθε κάποιος εκείνη την εποχή αν είχε γιο ηθοποιό. Κάποιοι άλλοι ισχυρίζονται ότι επέλεξε αυτό το όνομα για να τιμήσει το Γάλλο συγγραφέα Φρανσούα ντε Μολλιέρ (1599-1624) του οποίου το όνομα έγινε γνωστό στην αρχή της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΓ΄ (1601-1643) ή τον μουσικό Λουί ντε Μολιέ. Υπάρχει ακόμα μία άποψη σύμφωνα με την οποία ο Μολιέρος δημιούργησε το ψευδώνυμό του με τον ίδιο τρόπο που το είχαν κάνει προγενέστεροι ηθοποιοί. Συγκεκριμένα, δημιούργησε ένα φανταστικό εξοχικό φέουδο που είχε αυτή την ονομασία.

Παρά την αλλαγή του ονόματος και παρά τις προσπάθειες του νεαρού κωμικού για να αποκτήσει η θεατρική του ομάδα περισσότερο κοινό, παρατηρείται ότι κάποια γεγονότα δε θα τον ωφελήσουν. Αρχικά, το θέατρο Μαρέ ανοίγει και πάλι όντας αυτή τη φορά εξοπλισμένο με μηχανές που δίνουν τη δυνατότητα στους δημιουργούς να ανεβάσουν ξεχωριστές θεατρικές παραστάσεις. Συνεπώς, ο Μολιέρος παίρνει την απόφαση, το Δεκέμβριο του 1644, να μετακομίσει με το θίασο του στη δεξιά όχθη για να βρίσκεται κοντά σε άλλα θέατρα. Όμως, τίποτα δεν αλλάζει και τα χρέη τον οδηγούν στη φυλακή τον Αύγουστο του 1645. Συγκεκριμένα, οφείλει ενοίκια στο θέατρο ύψους 2000 λίρων αλλά η παραμονή στη φυλακή δεν διαρκεί παρά 24 ώρες μετά τη αποπληρωμή του χρέους από τον πατέρα του ή από την Μαντλέν.

Μετά από όλα αυτά τα γεγονότα, ο Μολιέρος εγκαταλείπει το Παρίσι για να κάνει μια νέα αρχή σε άλλα μέρη. Συγκεκριμένα ξεκινάει μια περιοδεία με το θίασό του σε επαρχιακές πόλεις της νότιας και δυτικής Γαλλίας που θα διαρκέσει από το 1645 μέχρι το 1658. Δεδομένου ότι ο θεατρικός του θίασος έχει ήδη χρεοκοπήσει, αυτή τη φορά δε δημιουργεί ένα νέο. Αντιθέτως, εκείνος και όλοι οι σύντροφοί του προσαρτώνται στο θίασο του δούκα της Επερνόν (1552-1661) με διευθυντή τον Σαρλ Ντυφρέσν (1611-1684) που ενσαρκώνει κυρίως τραγικούς ρόλους.

Εκείνη την εποχή, η Εκκλησία προσπαθεί να πετύχει την απαγόρευση των θεατρικών παραστάσεων των πλανόδιων θεατρικών ομάδων οι οποίοι, για να καταφέρουν να επιβιώσουν, χρειάζονται την στήριξη ισχυρών ανθρώπων. Παράλληλα εκπρόσωποι του κλήρου όπως ο Καρδινάλιος Ρισελιέ (1585-1642) και ο Καρδινάλιος Μαζαρίνος (1602-1661) διαφοροποιούνται από την Εκκλησία ασκώντας μια μεταρρυθμιστική πολιτική. Επιπλέον, ο θίασος στον οποίο ανήκει ο Μολιέρος και τον οποίο θα διευθύνει από το 1650 στηρίζεται από ισχυρούς ανθρώπους που φέρουν τον τίτλο του δούκα, του κυβερνήτη, του βασιλιά. Το 1653, ο θίασος του θα αποκτήσει νέα ονομασία και θα βρίσκεται υπό την προστασία του πρίγκιπα του Κοντί (1629-1666).

Κατά τη διάρκεια της δωδεκαετούς περιοδείας του θιάσου, θα συναντήσουμε το Μολιέρο και τους κωμικούς του σε διάφορες πόλεις κάποιες από τις οποίες θα επισκεφθεί πλείστες φορές. Θα τον συναντήσουμε στη Τουλούζ, στη Ναντ, στη Λυών, στο Μονπελιέ, στη Μπορντώ, στη Ντιζόν, στην Αβινιόν, στη Γκρενόμπλ. Οι άνθρωποι, που συνεργάζονται μ’εκείνον και την ομάδα του, θα σχηματίσουν καλή γνώμη για όλους όπως ο μουσικός Ντ’Ασσουσί (1605-1677) ο οποίος θα έρθει σε ρήξη με το Μολιέρο μερικά χρόνια αργότερα.

Το 1645, ο Ζαν Μπατίστ γράφει τη πρώτη θεατρική φάρσα «Ο ιπτάμενος γιατρός» που θα δει το φως της ημέρας πολλά χρόνια μετά το θάνατό του, το 1819. Το 1655, γράφει τη κωμωδία σε πέντε πράξεις και στίχους «Ο ασυλλόγιστος» που θα ανέβει για πρώτη φορά στη Λυών. Το 1656, γράφει ακόμα ένα πεντάπρακτο έργο που είναι κωμωδία σε στίχους με τον τίτλο «Το ερωτικό πείσμα». Εκεί, αποκαλύπτει την επιρροή που δέχεται από το ιταλικό θέατρο.

Παρά το γεγονός ότι ο μικρός θίασος δίνει τα δείγματα μιας μικρής επιτυχίας και φαίνεται ότι όλα τα οικονομικά προβλήματά του θα λυθούν σύντομα, το μέλλον του θα καθοριστεί από τα γεγονότα της χρονιάς 1658. Συγκεκριμένα, ο πρίγκιπας Κοντί υποφέρει από μία σοβαρή ασθένεια εξαιτίας της οποίας ασπάζεται τον Χριστιανισμό και υιοθετεί κάθε απολυτότητα στη ζωή του. Συνεπώς, δεν στηρίζει πλέον καμία θεατρική ομάδα και στρέφεται ενάντια στην ομάδα του Μολιέρου καθώς του ζητά να μην ονομάζει πλέον την ομάδα του «Θίασος της Υψηλότητος του Πρίγκιπα ντε Κοντί». Επομένως, ο Μολιέρος και οι κωμικοί του αποφασίζουν να επιστρέψουν στο Παρίσι.

Για αρκετούς μήνες αναζητούν θέατρο καθώς και τη στήριξη ενός προστάτη. Παράλληλα ο Μολιέρος προσπαθεί να γνωρίσει ανθρώπους της υψηλής κοινωνίας όπως τους αδερφούς Πιερ (1606-1684) και Τομά Κορνέιγ (1625-1709) για να καταφέρει να ανεβάσει τη φήμη του. Εκείνη τη χρονιά, ο Φίλιππος της Ορλεάνης (1640-1701), αδερφός του βασιλιά της Γαλλίας του Λουδοβίκου ΙΔ΄ (1638-1715), ενηλικιώνεται και ξεκινά να αναλαμβάνει κάποιες υποχρεώσεις έτσι ώστε να κρατήσει το τίτλο του. Αποκτά ένα δικό του θέατρο το οποίο πλαισιώνει με το θίασο του Μολιέρου. Επιπλέον, ο συγκεκριμένος θίασος έχει πλέον τη δυνατότητα να παρουσιάζει έργα στο θέατρο Petit Bourbon, ένα μικρό ξενοδοχείο που εκείνη την εποχή βρίσκεται απέναντι από το Παλάτι του Λούβρου. Οι θεατρικές παραστάσεις λαμβάνουν χώρα κάθε Δευτέρα, Τετάρτη, Πέμπτη και Σάββατο καθώς τις υπόλοιπες μέρες το κοινό παρακολουθεί έργα της ιταλικής κωμωδίας. Συγκεκριμένα ο θίασος του Μολιέρου μοιράζεται τη θεατρική σκηνή με ηθοποιούς που ανήκουν στη κομέντια ντελ άρτε ή διαφορετικά στην αυτοσχεδιαστική κωμωδία. Οι ηθοποιοί αυτού του είδους κωμωδίας ερμηνεύουν το ρόλο τους βασιζόμενοι περισσότερο στον αυτοσχεδιασμό παρά στα χειρόγραφα. Φορούν κοστούμια και μάσκες, που δημιουργούν οι ίδιοι, ενώ ο καθένας ξεχωρίζει για την στάση του σώματός του και την ιδιαιτερότητα της φωνής του. Τα έργα της κομέντια ντελ άρτε συνοδεύονται από χορό και τραγούδι.

Στην αρχή ο γαλλικός θίασος ανεβάζει παλιές κωμωδίες και τραγικωμωδίες άλλων συγγραφέων. Αυτό γίνεται μέχρι το 1659 όπου αναδεικνύεται το ταλέντο του Μολιέρου. Ανεβάζει τη μονόπρακτη κωμωδία «Οι γελοίες κομψές κυρίες» που έχει γράψει ο ίδιος με τη Μαντλέν Μπέζάρ στο ρόλο της πρωταγωνίστριας Μαντελόν. Το θεατρικό κοινό εντυπωσιάζεται από το έργο και από την προσπάθεια του Μολιέρου να κρίνει με ένα ιδιαίτερο κωμικό τρόπο το κοινωνικό συμπεριφορισμό εκείνης της εποχής. Ακόμα και ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ δεν κρύβει τον ενθουσιασμό του για το νέο δραματουργό.

Η επιτυχία του Μολιέρου συνεχίζεται με την κωμωδία «Σγαναρέλλος ή Κατά φαντασίαν κερατάς» που ανεβάζει την επόμενη χρονιά στο θέατρο Petit Bourbon. Αυτή τη φορά διακωμωδεί τις συνέπειες της ζήλειας ή βιαστικών συμπερασμάτων καθώς παρουσιάζει τη ζωή του Σγαναρέλλου και της οικογένειάς του ενσαρκώνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Κάθε έργο που ανεβάζει αποτελεί μια μεγάλη επιτυχία για το Μολιέρο και το θίασο του καθώς το θεατρικό κοινό, αποτελούμενο από ανθρώπους της υψηλής κοινωνίας του Παρισιού και της βασιλικής οικογένειας, εντυπωσιάζεται συνεχώς. Παράλληλα ο Μολιέρος ανεβάζει τραγωδίες κυρίως άλλων δημιουργών όπως του Πιερ Κορνέιγ αλλά δεν προσελκύουν το ενδιαφέρον των θεατρόφιλων. Αυτό έχει ως συνέπεια να κατηγορηθεί από τους άλλους δημιουργούς οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο Μολιέρος δεν έχει το ταλέντο του ηθοποιού.

Οι κατηγορίες, όμως, αυτές δεν επηρεάζουν τη σταδιοδρομία του μεγάλου δραματουργού ο οποίος κάποια στιγμή θα έχει δύο ρόλους στη ζωή του μέχρι το τέλος της. Συγκεκριμένα, στις 6 Απριλίου 1660 πεθαίνει ο μικρότερος αδερφός του και ο Μολιέρος αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του ως τεχνίτης υφαντών επίστρωσης και υπηρέτης του βασιλικού δωματίου. Επομένως, το πρωί έχει ένα τιμητικό επάγγελμα σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής και το βράδυ θριαμβεύει στο θέατρο ως ηθοποιός που ενσαρκώνει τους ρόλους που ο ίδιος έχει δημιουργήσει. Επιπλέον, εκείνη τη χρονιά ο θίασός του μένει χωρίς θεατρική κατοικία αφού το θέατρο Petit Bourbon κατεδαφίζεται. Όμως, κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει το ταλέντο του Μολιέρου ο οποίος, χάρη στην εργατικότητά του, καταφέρνει να αποκτήσει νέα θεατρική σκηνή στο Palais Royal.

Ο Μολιέρος δεν ξεχνάει τις αβάσιμες κατηγορίες ενάντια στο ταλέντο του και γράφει ένα καινούριο θεατρικό έργο με τον τίτλο «Ο Ζηλιάρης πρίγκιπας». Πρόκειται για μια τραγωδία με έντονο το κωμικό στοιχείο το οποίο δεν φέρνει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Ανεβαίνει στη σκηνή στις 4 Φεβρουαρίου 1661 και παρατηρείται ότι ενώ η πλοκή έχει ενδιαφέρον, ο Μολιέρος δεν καταφέρνει να ενσαρκώσει επιτυχώς ένα τραγικό ρόλο.

Ο δραματουργός δε χάνει τη δύναμή του και λίγους μήνες μετά, ανεβάζει τις κωμωδίες «Το σχολείο των συζύγων» και «Οι εκνευριστικοί». Η δεύτερη κωμωδία παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο πάρκο του Πύργου Βο-λε-Βικόμ κατά τη διάρκεια εκδηλώσεων για τη διασκέδαση του Βασιλιά που οργάνωσε ο υπεύθυνος οικονομικών Νικολά Φουκέ (1615-1680). Το συγκεκριμένο έργο είναι αυτό που καθιστά το Μολιέρο ως το δημιουργό μιας νέας θεατρική μορφής που ονομάζεται κωμωδία-μπαλέτο. Αυτή η νέα μορφή συνδυάζει τη πλοκή με τη μουσική, το χορό με τα λόγια, πραγματεύεται συνήθως επίκαιρα θέματα και αρκετές φορές ο γάμος αποτελεί το κεντρικό θέμα. Πρόκειται για ένα είδος υποκριτικής που πλαισιώνεται από επαγγελματίες ηθοποιούς και επαγγελματίες χορευτές. Επιπλέον, κάθε χορευτής είναι υποχρεωμένος να υποδυθεί ένα ρόλο που να σχετίζεται με τη πλοκή του συγκεκριμένου έργου. Ο Μολιέρος, για να καταφέρει να εντυπωσιάσει το Βασιλιά, δημιουργεί τη κωμωδία-μπαλέτο με τη συμβολή του Γάλλου χορογράφου, χορευτή και συνθέτη Πιερ Μπωσάμ (1631-1705) καθώς και με τη συμβολή του Γάλλου συνθέτη και χορευτή Ζαν-Μπατίστ Λυλί (1632-1687). Τελικά ο Βασιλιάς εντυπωσιάζεται τόσο που ζητά από το Μολιέρο να το ανεβάσει στο Palais Royal κατόπιν κάποιων αλλαγών. Είναι η πρώτη φορά που ο Μονάρχης της Γαλλίας εντυπωσιάζεται από ένα δραματουργό-ηθοποιό τη στιγμή που εκείνη τη περίοδο το επάγγελμα του ηθοποιού δεν έχει σχεδόν καμιά αξία.

Στις 3 Ιανουαρίου 1662, ο Μολιέρος δημιουργεί το πρώτο σκάνδαλο της ζωής του με την απόφασή του να εισέλθει σε γάμο με μια γυναίκα είκοσι χρόνια νεότερη του. Πρόκειται για την Αρμάντ Μπεζάρ (1642-1700), τη μικρή αδερφή της Μαντλέν Μπεζάρ, που θα αποκαλυφθεί αργότερα ότι είναι κόρη της. Ο λαός δεν άργησε να δείξει την αντίρρησή του και την απογοήτευσή του από αυτό το γάμο. Κανείς δε μπορεί να καταλάβει για ποιο λόγο αποφάσισε να πραγματοποιήσει τα συγκεκριμένο γάμο και δεν είναι λίγοι εκείνοι που τον κατηγορούν ως ανήθικο. Σύμφωνα με μαρτυρίες εκείνης της εποχής δεν πρόκειται για ένα γάμο από αγάπη αλλά για ένα γάμο από συμφέρον τη στιγμή που θα ενωθούν περιουσιακά στοιχεία και από τις δύο πλευρές. Παρά τις όποιες φήμες, ο Μολιέρος και η Αρμάντ θα αποκτήσουν τρία παιδιά αλλά δε θα χαρούν πολύ ως γονείς δεδομένου ότι είναι σαν να τους ακολουθεί κάποια μορφή κατάρας. Το πρώτο τους παιδί, ο Λουί, θα βαπτιστεί το 1664 και θα πεθάνει μερικούς μήνες μετά. Έπειτα, θα αποκτήσουν μια κόρη, την Εσπρί-Μαντλέν, η μοναδική επιζούσα που θα φθάσει στο τέλος της ζωής της το 1723 χωρίς απογόνους. Επιπλέον, το τρίτο τους παιδί θα είναι ο Πιeρ που θα βαπτιστεί το 1672 και θα πεθάνει μετά από ένα μήνα.

Παρά τις οικογενειακές τραγωδίες που αντιμετωπίζει και που θα αντιμετωπίσει, ο Μολιέρος δε σταματά να γράφει και να εντυπωσιάζει. Στις 26 Δεκεμβρίου 1662, ανεβάζει τη κωμωδία πέντε πράξεων «Το σχολείο των γυναικών» θέλοντας να κριτικάρει τη θέση της γυναίκας εκείνη την εποχή καθώς και το χριστιανικό γάμο. Από τη μία επαληθεύεται ακόμα μια φορά το ταλέντο του ως ηθοποιός και από την άλλη μια δυσμενή κριτική ξεκινάει ενάντιά του. Παράλληλα, η θεατρική ομάδα του Hôtel de Bourgogne τον διακωμωδεί καθώς ανεβάζει έργα σχετικά με την προσωπική του ζωή. Ο Μολιέρος δεν ανταπαντά μέχρι την 1η Ιουνίου 1663 όπου ανεβάζει τη μονόπρακτη κωμωδία «Η κριτική του σχολείου των γυναικών». Κατά τη διάρκεια αυτής της παράστασης, ακούγονται οι γνώμες των ηθοποιών για το θεατρικό «Το σχολείο των γυναικών» ανάμεσα στους οποίους κάποιοι είναι υπέρ και κάποιοι είναι κατά. Ο Μολιέρος απαντά με ένα ξεχωριστό τρόπο στους αντιπάλους του καθώς τα λόγια των ηθοποιών δίνουν μηνύματα χωρίς να είναι προσβλητικά όπως όταν η Ουρανία λέει: «Η τραγωδία, αναμφίβολα, έχει κάτι το όμορφο […] αλλά η κωμωδία έχει την γοητεία της». Επιπλέον, μια νέα μονόπρακτη κωμωδία ανεβαίνει λίγους μήνες μετά, πρώτα στις Βερσαλίες και έπειτα στο Palais Royal με τον τίτλο «Ο αυτοσχεδιασμός των Βερσαλλιών» που ανήκει στην κατηγορία του θεάτρου μέσα στο θέατρο, της τεχνικής δηλαδή σύμφωνα με την οποία οι ηθοποιοί του βασικού έργου συμμετέχουν σε ένα άλλο θεατρικό που εκτυλίσσεται εκείνη τη στιγμή. Όντας στη θεατρική σκηνή, ο Μολιέρος, ο οποίος, σύμφωνα με τη πλοκή του έργου, είναι ο διευθυντής του θιάσου, ο συγγραφέας του έργου, ο σκηνοθέτης και ο ηθοποιός, αναφέρει χαρακτηριστικά : «Το ότι λένε όλα τα κακά του κόσμου για τα έργα μου, το αποδέχομαι. […] Τους αφήνω με όλη μου τη καρδιά τα έργα μου, την εμφάνισή μου, τις χειρονομίες μου, τα λόγια μου, τον τόνο της φωνής μου και τον τρόπο της αφήγησής μου […] Αλλά πρέπει να μου κάνουν τη χάρη να μου αφήσουν τα υπόλοιπα […] Ορίστε η απάντηση που θα έχουν από εμένα».

Από εκείνη τη στιγμή κανείς δεν κάνει πια προσωπική αναφορά στο πρόσωπο του Μολιέρου και η ανοδική του πορεία συνεχίζεται. Εξάλλου, δεν υπάρχουν τώρα οικονομικές δυσκολίες δεδομένου ότι ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ έχει ήδη συμφωνήσει να δίνει ετήσιο επίδομα στους ανθρώπους του θεάτρου, μεταξύ των οποίων και ο Μολιέρος που θα το λαμβάνει μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ο δραματουργός, όμως, δεν αρκείται στην παρουσίαση ενός θεατρικού τη χρονιά όπως πολλοί προγενέστεροι ή μεταγενέστεροι έκαναν ή θα κάνουν. Φαίνεται ότι στο μυαλό του υπάρχουν συνεχώς ιδέες και ότι το υποσυνείδητό του δεν τον αφήνει να ηρεμήσει μέχρι να σχολιάσει τη κοινωνική πραγματικότητα ακόμα και αν δε γίνεται αγαπητός. Το 1664, παρουσιάζει τις τρεις κωμωδίες «Ο γάμος με το στανιό», «Η πριγκίπισσα της Ελίδας» και ο «Ταρτούφος ή Ο Απατεώνας». Η τρίτη κωμωδία είναι εκείνη που θα προκαλέσει πολλά σχόλια ή καλύτερα θα αποτελέσει ένα νέο σκάνδαλο για τον ανήσυχο δραματουργό.

Πιο συγκεκριμένα, το Μάιο του 1664, κατά τη διάρκεια εορταστικών εκδηλώσεων εν παρουσία του Βασιλιά για την εγκαινίαση των κήπων των Βερσαλλιών, ζητείται από το Μολιέρο να παρουσιάσει τη νέα του κωμωδία. Πρόκειται για το θεατρικό έργο που αρχικά έχει τρεις πράξεις και που ονομάζεται «Ταρτούφος». Σκοπός του Μολιέρου είναι να παρουσιάσει την υποκρισία των ανθρώπων και κυρίως των θεοσεβούμενων εκείνης της εποχής. Κάποιοι από αυτούς βρίσκονται στη βασιλική αυλή και την ώρα των εκδηλώσεων ασκούν κριτική μιλώντας για τη χαλαρότητα των ηθών, για τις παράνομες αγάπες, για την πολυτέλεια και για πολλά άλλα θέματα που δε δέχονται οι ίδιοι καθώς είναι καθοδηγούμενοι από την Εκκλησία. Ο Μολιέρος παρουσιάζει, λοιπόν, τη κωμωδία του κατά τη διάρκεια της οποίας αποκαλύπτεται ότι ο ευγενής άνθρωπος της εκκλησίας και ο θεοσεβούμενος Ταρτούφος δεν είναι παρά ένας απατεώνας που εξαπάτησε μια συγκεκριμένη οικογένεια στο Παρίσι για οικονομικούς λόγους χωρίς να έχει κανέναν ηθικό ενδοιασμό. Το κοινό χειροκροτεί τη συγκεκριμένη κωμωδία αλλά ο Βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΔ΄ αναγκάζεται να απαγορεύσει τη παρουσίασή της σε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο κατόπιν διατάγματος του Αρχιεπισκόπου των Παρισίων. Αυτό, όμως, δεν εμποδίζει το Μολιέρο να ξαναπαρουσιάσει το έργο του σε ιδιωτικό χώρο και συγκεκριμένα στο πύργο Βιγιέρ-Κοτρέ όπου διαμένει ο αδερφός του Λουδοβίκου ΙΔ΄, δηλαδή ο Φίλιππος της Ορλεάνης.

Εν συνεχεία, ο μεγάλος δραματουργός δεν σταματάει να ανεβάζει θεατρικές παραστάσεις και κατά κάποιο τρόπο να προσπαθεί ακόμα μια φορά να προκαλέσει. Έτσι, την επόμενη χρονιά ανεβάζει τις κωμωδίες «Δον Ζουάν ή Το πέτρινο φαγοπότι» και «Ο Έρωτας Γιατρός». Η πρώτη κωμωδία παρουσιάζεται για πρώτη φορά με την ονομασία «Το πέτρινο φαγοπότι» και ο Μολιέρος θίγει ξανά το θέμα της υποκρισίας. Το κοινό εντυπωσιάζεται από αυτή τη θεατρική παράσταση δεδομένου ότι ο δραματουργός συνδυάζει το κωμικό με το τραγικό, το σοβαρό με το αστείο. Επιπλέον, η θεατρική αίθουσα έχει το κατάλληλο εξοπλισμό που επιτρέπει στο θεατρικό κοινό να παρακολουθήσει ένα έργο όπου ξεχωρίζουν τα υπέροχα ντεκόρ. Όμως, τα αρνητικά σχόλια από τη πλευρά των θρησκόληπτων θα ακουστούν ακόμα μια φορά δεδομένου ότι τώρα ο Μολιέρος παρουσιάζει την απόφαση του γυναικοκατακτητή Δον Ζουάν να έρθει αντιμέτωπος με τα θεία. Ο Μολιέρος δείχνει με εντυπωσιακό τρόπο τις τελευταίες ώρες αυτού του υποκριτή καθώς οι θεοσεβούμενοι τον κατηγορούν για αθεϊσμό. Αυτή τη φορά, όμως, δε θα πετύχουν την απαγόρευση του συγκεκριμένου έργου αφού, παρά τη μεγάλη του επιτυχία, ο Μολιέρος παίρνει την απόφαση να μη το ανεβάσει ξανά στη σκηνή μετά το Πάσχα. Το ίδιο έργο θα κυκλοφορήσει για πρώτη φορά το 1882 με τον τίτλο «Δον Ζουάν ή Το πέτρινο φαγοπότι».

Παρά τις όποιες κατηγορίες ενάντια στο πρόσωπο του Μολιέρου, είναι εμφανές ότι έχει την πλήρη στήριξη του Βασιλιά. Συγκεκριμένα, ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ αγνοεί πλήρως την στάση των ανθρώπων που ακολουθούν τυφλά τις αρχές της Εκκλησίας και προσφέρει την προστασία του στο Μολιέρο και στους κωμικούς του. Από την άνοιξη του 1665, ο συγκεκριμένος θίασος δεν ονομάζεται πια Θίασος του Κυρίου, που έδειχνε ότι ήταν υπό την προστασία του Φιλίππου της Ορλεάνης αλλά Θίασος του Βασιλιά. Ταυτόχρονα αύξησε το ετήσιο επίδομα που ανέρχεται πλέον στις 6000 λίρες.

Η δεύτερη κωμωδία είναι κωμωδία-μπαλέτο μέσα από την οποία ο Μολιέρος αναφέρεται στους τέσσερις γιατρούς της βασιλικής αυλής που, κατά τη γνώμη του, εξαπατούν τους ανθρώπους αντί να ασκούν σωστά το επάγγελμά τους. Καθώς εξελίσσεται ένας διάλογος ανάμεσα στη Λιζέτ και στο Σγαναρέλλο, η πρωταγωνίστρια του αναφέρει: «Τί θέλετε λοιπόν κύριε να τους κάνετε τους τέσσερις γιατρούς; Δεν είναι αρκετός ο ένας για να σκοτώσει ένα πρόσωπο;». Παράλληλα, όμως, ο Μολιέρος θίγει τις κοινωνικές καθημερινές σχέσεις, επικεντρώνοντας την προσοχή του στην έλλειψη πραγματικής επικοινωνίας όταν η Λιζέτ αναφέρει ότι «δεν υπάρχουν χειρότεροι κουφοί από αυτούς που δε θέλουν να ακούσουν».

Το 1766, ο Μολιέρος κατορθώνει να εντυπωσιάσει το θεατρικό κοινό του και παράλληλα να αποκτήσει νέους εχθρούς που προέρχονται από τους θαμώνες της βασιλικής αυλής. Αυτή τη φορά ανεβάζει στο Palais Royal τη κωμωδία σε πέντε πράξεις «Ο Μισάνθρωπος» θέλοντας να δείξει την απέχθειά του προς τους ανθρώπους που συμβιβάζονται με τα δεδομένα μια συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης απλά και μόνο για να ενταχθούν σε εκείνη. Καταφέρνει να παρουσιάσει την υποκρισία, την έλλειψη ηθικής, το ψεύδος, την ατέρμονη κολακεία και τη διαφθορά των ανθρώπων που πλαισιώνουν τη βασιλική αυλή μέσα από τα λόγια του Αλσέστ και της Σελιμέν. Παράλληλα, παρουσιάζει, χωρίς να φοβάται, τις συνέπειες της άρνησής του να γίνει ένας κόλακας και να αλλοιώσει το χαρακτήρα του απλά και μόνο για να γίνει αποδεκτός από τους αυλικούς.

Την ίδια χρονιά ο Μολιέρος παρουσιάζει τη νέα κωμωδία του που φέρει τον τίτλο «Ο γιατρός με το στανιό» και που προκαλεί το θαυμασμό του κοινού λόγω περιεχομένου και τεχνικής. Σατιρίζει τις ιατρικές πρακτικές και θεωρίες της εποχής καθώς οι άνθρωποι πιστεύουν στις θεραπευτικές ιδιότητες του κρασιού ή του τυριού. Παράλληλα παρουσιάζει τον Σγαναρέλλο σαν ένα γιατρό-θαυματουργό και με αυτό τον τρόπο σατιρίζει τη θρησκεία ή καλύτερα τους θρησκόληπτους που πιστεύουν στην ανάσταση νεκρών, στις θεραπείες ανίατων ασθενειών. Μέσα από το συγκεκριμένο θεατρικό έργο, ο Μολιέρος καταφέρνει να θίξει ταυτόχρονα δύο θέματα που έχουν ως κοινό παρανομαστή την υποκρισία. Δεν κατηγορείται, όμως, για όσα παρουσιάζει επειδή το έργο γίνεται πιο ανάλαφρο και αρκετά διασκεδαστικό με την εισαγωγή της φάρσας η οποία μέχρι την εποχή του Μολιέρου απευθυνόταν μόνο στο λαό. Ο δραματουργός, όμως, εμπνευσμένος από τη κομέντια ντελ’άρτε αλλάζει τα δεδομένα εισάγοντας μια νέα φάρσα που απευθύνεται σε κάθε λαϊκό στρώμα. Τώρα πια η γαλλική φάρσα του Μολιέρου προκαλεί το γέλιο των θεατών καθώς είναι εμπλουτισμένη με κινήσεις, με λόγια, με υπερβολές και με παρεξηγήσεις που πλαισιώνουν το κωμικό στοιχείο.

Παρά την επιτυχία του, ο Μολιέρος δεν έχει ξεχάσει το έργο του «Ταρτούφος» και το έχει ήδη αλλάξει με σκοπό να πραγματοποιήσει μια νέα θεατρική παράσταση. Ενώ στην αρχή είχε τρεις πράξεις, τώρα έχει πέντε, φέρει τον τίτλο «Ο Απατεώνας» και ο πρωταγωνιστής ονομάζεται Πανούλφ. Επιπλέον, η πλοκή δεν έχει πια θρησκευτικό αλλά πολιτικό χαρακτήρα. Καταφέρνει, λοιπόν, κατόπιν συνεννόησης με το Λουδοβίκο ΙΔ΄να το ανεβάσει στο Palais Royal. Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου Γκιγιώμ ντε Λαμουανιόν (1617-1677) υπενθυμίζει στο θίασο ότι ο «Ταρτούφος» έχει ήδη απαγορευθεί. Παράλληλα, ο Αρχιεπίσκοπος του Παρισιού απαγορεύει κάθε παράσταση του έργου και απειλεί το θίασο με αφορισμό σε περίπτωση που κάποιος ανεβάσει ή διαβάσει το συγκεκριμένο έργο.

Μετά τη δεύτερη απαγόρευση, ο Μολιέρος δε μπορεί να κάνει κάτι για να αλλάξει την κατάσταση και ασχολείται με τη συγγραφή νέων έργων. Έτσι, το 1668, ανεβάζει τις κωμωδίες «Αμφιτρύων», «Ζωρζ Νταντέν ή Ο αμήχανος σύζυγος» και «Ο Φιλάργυρος». Ο Μολιέρος εμπνέεται από τη τραγικωμωδία «Αμφιτρύων» του Πλαύτου (254 π.Χ-184 π.Χ) κατά τη διάρκεια της οποίας ο δημιουργός της παρουσιάζει στους θεατές του το έργο του με βασικούς πρωταγωνιστές τον Δία, την Αλκμήνη και τον σύζυγό της Αμφιτρύωνα. Σκοπός του Πλαύτου ήταν να βοηθήσει τους ανθρώπους να κατανοήσουν τη λειτουργία των διαπροσωπικών σχέσεων μέσα από παρεξηγήσεις και δολοπλοκίες. Ο Πλαύτος εμπνεύστηκε από το μύθο του Αμφιτρύωνα και έδωσε στο κοινό του αυτό που ήθελε. Ο Μολιέρος, όμως, παίρνει το έργο του Πλαύτου και με τις αλλαγές κατορθώνει να δημιουργήσει μια κωμωδία με την οποία, σύμφωνα με μελετητές του, θέλει να σατιρίσει τις σχέσεις του Λουδοβίκου ΙΔ΄ τον οποίο κρύβει πίσω από το πρόσωπο του Δία. Το συγκεκριμένο θεατρικό έχει μεγάλη απήχηση στο θεατρικό κοινό με το Μολιέρο να έχει το ρόλο του Σωσία που είναι υπηρέτης του Αμφιτρύωνα. Σήμερα χρησιμοποιείται η λέξη «σωσίας» για να χαρακτηρίσουμε κάποιο πρόσωπο που είναι ολόιδιο με κάποιο άλλο και η λέξη «αμφιτρύωνας» για έναν οικοδεσπότη που προσφέρει ένα δείπνο.

Εν συνεχεία, ο Μολιέρος παρουσιάζει τη κωμωδία-μπαλέτο «Ζωρζ Νταντέν ή Ο αμήχανος σύζυγος» μέσω της οποίας παρουσιάζει την έκβαση ενός αποτυχημένου γάμου και την κακία της Ανζελίκ προς τον Ζωρζ Νταντέν. Κάποιοι μιλούν για μια τραγωδία καθώς κοιτούν το βαθύτερο νόημα του έργου που δεν είναι άλλο παρά η έλλειψη κάθε ηθικού στοιχείου στον άνθρωπο.

Μετά από αυτό το θεατρικό έργο, που επιφέρει διαφορετικές αντιδράσεις, ο Μολιέρος κερδίζει τα θετικά σχόλια του κοινού ακόμα μια φορά παρουσιάζοντας τη κωμωδία σε πέντε πράξεις «Ο Φιλάργυρος ή Το σχολείο του ψεύδους» στο Palais Royal στις 9 Σεπτεμβρίου 1668. Είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζει μια κωμωδία σε πρόζα και η πρώτη φορά που ασκεί κριτική στην επιρροή που ασκούν τα χρήματα στην ανθρώπινη υπόσταση. Βασικός πρωταγωνιστής ο Αρπαγκόν, ένας πλούσιος αστός που ζει και αναπνέει για τα χρήματα. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που είναι τυφλωμένος από τη φιλαργυρία του και που δε μπορεί να κατανοήσει το δεσποτισμό που ασκεί στα παιδιά του Ελίζα και Κλέανθη. Παράλληλα, ο Μολιέρος θίγει και άλλα καθημερινά θέματα εκείνης της εποχής ή καλύτερα διαχρονικά όπως είναι η έλλειψη πατρικής αγάπης, ο εγωισμός, η οικογενειακή τυραννία και η απομόνωση που δημιουργεί ο απόλυτος άνθρωπος. Ακόμα μια φορά, ο επαναστάτης δραματουργός, που δεν ακολουθεί τις νόρμες της εποχής του, επηρεάζεται από τον Πλαύτο και πιο συγκεκριμένα από το έργο του «Η Μαρμίτα». Έτσι, σήμερα χρησιμοποιούμε συχνά φράσεις από τον «Φιλάργυρο» όπως «Όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι στα λόγια και είναι μόνο οι πράξεις στις οποίες αποκαλύπτονται διαφορετικοί» ή «Πρέπει να τρώμε για να ζήσουμε και όχι να ζούμε για να τρώμε».

Η χρονιά 1669 έχει πολύ μεγάλη σημασία για τον Μολιέρο αφού καταφέρνει τελικά να παρουσιάσει δημόσια πια το θεατρικό του «Ταρτούφος» χωρίς απειλές από την Εκκλησία. Υπογράφεται «Η Συνθήκη της Εκκλησίας» σύμφωνα με την οποία ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ αποκτά θρησκευτική δύναμη και συνεπώς ο Μολιέρος έχει την άδεια να ανεβάσει το έργο του το οποίο έχει διπλό τίτλο πλέον «Ταρτούφος ή Ο Απατεώνας» στο Palais Royal. Το κοινό το υποδέχεται με μεγάλη χαρά και η φήμη του Μολιέρου εξαπλώνεται ακόμα μια φορά. Πρόκειται για το έργο που επιτρέπει τη γένεση ενός νέου όρου, δηλαδή της λέξης «ταρτουφισμός» που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσουμε κάποιον που έχει υιοθετήσει υποκριτική συμπεριφορά.

Επιπλέον, την ίδια χρονιά ανεβάζει μια νέα κωμωδία-μπαλέτο με τον τίτλο «O κύριος ντε Πουρσονιάκ». Το έργο παρουσιάζεται για πρώτη φορά στον πύργο ντε Σαμπόρ και έπειτα στο Palais Royal. Η πλοκή εξελίσσεται γύρω από δύο νέους, τους Εράστ και Ζυλί. Το ζευγάρι θέλει να ενωθεί με τα δεσμά του γάμου αλλά αυτό είναι αδύνατο αφού η κοπέλα, κατόπιν απόφασης του πατέρα της, πρέπει να παντρευτεί τον Κύριον ντε Πουρσονιάκ. Κατά τη διάρκεια του έργου, το κοινό παρακολουθεί όλες τις μηχανορραφίες τους ζευγαριού που καταφέρνει στο τέλος να μείνει μαζί. Ενώ φαίνεται ως μια απλή ιστορία αγάπης, λέγεται ότι σκοπός του Μολιέρου είναι να διακωμωδήσει τους κατοίκους της περιοχής Λιμουζάν επειδή οι ευγενείς δεν τον καλοδέχτηκαν κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί.

Το 1670, ανεβαίνουν ακόμα δύο έργα του Μολιέρου και πρόκειται για δύο κωμωδίες-μπαλέτο. Η πρώτη έχει τον τίτλο «Οι υπέροχοι Εραστές» όπου δύο πρίγκιπες είναι ερωτευμένοι με την ίδια πριγκίπισσα η οποία έχει ήδη χαρίσει σε ένα στρατιώτη τη καρδιά της. Το θεατρικό κοινό απολαμβάνει για τελευταία φορά τη συμμετοχή του Λουδοβίκου ΙΔ΄ ως χορευτή ενώ είναι η πρώτη φορά που ο Μολιέρος αναφέρεται στην αστρολογία.

Η δεύτερη κωμωδία γράφεται κατόπιν ζήτησης του Λουδοβίκου ΙΔ΄ ή διαφορετικά του Βασιλιά-Ήλιου με σκοπό να δώσει ένα μήνυμα στους αυλικούς του. Την προηγούμενη χρονιά, είχε δεχθεί την επίσκεψη του Τούρκου Πρέσβη Σουλειμάν Αγκά με σκοπό να βελτιωθούν οι σχέσεις μεταξύ Γαλλίας και Τουρκίας. Όμως, η συμπεριφορά του Πρέσβη δεν επέτρεψε κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι δημιουργήθηκε περισσότερη ένταση. Συγκεκριμένα, ο Βασιλιάς ντύθηκε επίσημα φορώντας ένα μπροκάρ γεμάτο διαμάντια με σκοπό να τον εντυπωσιάσει. Ο Πρέσβης, όμως, μόλις τον είδε, σχολίασε: «Στη χώρα μου, όταν ο Μεγάλος Κύριος εμφανίζεται στο λαό, το άλογο του είναι πιο πλούσιο στολισμένο από τη φορεσιά που μόλις είδα». Αυτό το σχόλιο ήταν αρκετό για να γεννηθεί η κωμωδία «Ο Αρχοντοχωριάτης» η οποία έχει άκρως σατιρικό χαρακτήρα και η οποία ανεβαίνει για πρώτη φορά στο πύργο ντε Σαμπόρ κερδίζοντας τα ευμενή σχόλια του Βασιλιά. Ο πρωταγωνιστής είναι ο κύριος Ζουρντάν, ένας ματαιόδοξος και αφελής αστός που θέλει να γίνει ευγενής. Έτσι, ξεκινά να μαθαίνει όλα όσα συνάδουν με τον συγκεκριμένο τίτλο όπως το χορό και τη χρήση των όπλων ενώ μελετάει τη μουσική και τη φιλοσοφία. Παράλληλα, εξαπατάται δύο φορές λόγω της αφέλειας του. Σήμερα ονομάζουμε «Κύριο Ζουρντάν» τον άνθρωπο που εξασκεί μια δραστηριότητα χωρίς καν να τη γνωρίζει.

Ο Βασιλιάς ζητάει από το Μολιέρο να γράψει ένα έργο το οποίο θα συνδυάζει πλοκή, χορό και τραγούδι για ν’ανέβει σε ένα νέο θέατρο κατά τη διάρκεια του καρναβαλιού το 1671. Συγκεκριμένα, προορίζεται για το Παλάτι του Κεραμεικού στο οποίο διέμενε παλιότερα και το οποίο, από τότε που ο ίδιος μετέβη στο Ανάκτορο των Βερσαλλιών, χρησιμοποιείται κυρίως ως θέατρο. Ο Μολιέρος έχει ελάχιστο χρόνο στη διάθεσή του για να συγγράψει ένα τέτοιο έργο και ζητάει τη βοήθεια του Τομά Κορνέιγ. Έτσι, προκύπτει η τραγωδία-μπαλέτο «Ψυχή» που δεν φέρει παρά το όνομα του Μολιέρου. Εξάλλου, ο Τομά Κορνέιγ βοήθησε μόνο να γίνουν κάποιες αφηγηματικές αλλαγές σε ένα έργο που γράφτηκε αποκλειστικά από το Μολιέρο. Η συγκεκριμένη θεατρική μορφή διαφέρει από την κωμωδία-μπαλέτο στο γεγονός ότι ο επίλογος σφραγίζεται από το θάνατο ενός ή περισσότερων χαρακτήρων. Αυτό το θεατρικό έργο, αποτελούμενο από στίχους και πρόζα, κερδίζει τις εντυπώσεις του Βασιλιά και ο θίασος του Μολιέρου το παρουσιάζει αρκετές φορές στο Palais Royal μετά από κάποιες αλλαγές.

Την ίδια χρονιά, το Palais Royal ανακαινίζεται και ο Μολιέρος αποφασίζει να γράψει ένα έργο το οποίο θα μπορέσει να ανεβάσει εύκολα. Εμπνέεται από το έργο «Ο Φορμίων» δημιούργημα του Λατίνου κωμικού ποιητή Τερέντιου (186-159 π.Χ.) και καταλήγει στη συγγραφή της κωμωδίας σε τρεις πράξεις «Οι κατεργαριές του Σκαπίνου». Ο βασικός ήρωας είναι ο Σκαπίνος, χαρακτήρας που προέρχεται από τη κομέντια ντελ’άρτε. Το έργο ανεβαίνει αλλά ο Μολιέρος δεν καταφέρνει να αποσπάσει θετικά σχόλια. Αντιθέτως, κατηγορείται για το γεγονός ότι παρουσιάζει τα πρόσωπα με μεγάλη υπερβολή. Όμως, μετά το θάνατο του μεγάλου δραματουργού το έργο «Οι κατεργαριές του Σκαπίνου» θα παιχτεί αρκετές φορές στο θέατρο και θα γίνει πολύ δημοφιλές.

Κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονιάς, ο αδερφός του Λουδοβίκου ΙΔ΄, ο Φίλιππος Ά της Ορλεάνης. πρόκειται να παντρευτεί με την πριγκίπισσα Ελισάβετ Καρλόττα του Παλατινάτου (1652-1722). Ο Βασιλιάς ζητάει την σύνθεση μιας κωμωδίας για το χαρμόσυνο γεγονός και ο Μολιέρος καταλήγει στη κωμωδία-μπαλέτο «Η Κόμισσα του Εσκαρμπανιά». Όμως, αυτή τη φορά η ενορχήστρωση του έργου δεν έγινε από το μουσικό Λυλί αλλά από το Γάλλο συνθέτη Μαρκ-Αντουάν Σαρπαντιέ (1643-1704). Συγκεκριμένα, ο Ζαν Μπατίστ Λυλί δε συνεργάζεται πλέον με το θεατρικό θίασο του Μολιέρου. Εκείνος αποσκοπεί στη δημιουργία γαλλικής όπερας και καταφέρνει να κερδίσει την εύνοια του Βασιλιά που του απαγορεύει να τραγουδάει σε κάποια θεατρική παράσταση χωρίς να έχει την άδειά του. Επιπλέον, φαίνεται ότι ο Βασιλιάς είναι υπέρ της ιδέας του μουσικοσυνθέτη για τη δημιουργία της όπερας αφού του δίνει την άδεια να προσλάβει 6 τραγουδιστές και 12 οργανοπαίχτες. Επιπλέον, του παρέχεται η δυνατότητα να ζητά τα πνευματικά δικαιώματά του από την ενορχήστρωση κάθε θεατρικού έργου. Ο Μολιέρος ανησυχεί ότι αν καταφέρει να πραγματοποιήσει το στόχο του ο Λιλύ, τότε θα είναι ο μόνος που θα αναλαμβάνει τις βασιλικές εορταστικές εκδηλώσεις. Συνεπώς, συνεργάζεται με τον Σαρπαντιέ και καταφέρνει να εντυπωσιάσει όσο ποτέ το Λουδοβίκο ΙΔ΄με τις επόμενες δημιουργίες του.

Στα τέλη του 1671, ο Μολιέρος έρχεται αντιμέτωπος με ένα πολύ θλιβερό γεγονός. Η πρώην ερωμένη του και για πολλά χρόνια συνεργάτιδά του Μαντλέν Μπεζάρ φεύγει από τη ζωή. Αυτό το γεγονός, όμως, παρά τη θλίψη που του προκαλεί, δεν τον εμποδίζει ώστε να συνεχίσει τη πορεία του στο χώρο του θεάτρου. Το Μάρτιο του 1672, ο Μολιέρος παρουσιάζει την κωμωδία σε πέντε πράξεις «Οι Ψευδοδιανοούμενες». Πρόκειται για ένα έργο μέσα από το οποίο ο δραματουργός μιλάει για την έννοια του γάμου, την επικοινωνία μεταξύ των μελών μιας οικογένειας και για πρώτη φορά για το θέμα της μόρφωσης των κοριτσιών. Σκοπός του είναι να δείξει τις συνέπειες της υπερβολικής μόρφωσης μέσα από τη διακωμώδηση καταστάσεων. Εξάλλου, τότε επικρατεί η άποψη ότι οι γυναίκες είναι προτιμότερο να ασχολούνται με τη ραπτική, τη μαγειρική και τις οικιακές εργασίες.

Ο άνθρωπος που δεν συμφωνεί με το κατεστημένο, που δε διστάζει να έρθει σε σύγκρουση με την Εκκλησία, που αποδέχεται όλα τα αιτήματα του Βασιλιά θα παρουσιάσει το τελευταίο θεατρικό έργο το 1673. Πρόκειται για την κωμωδία-μπαλέτο σε τρεις πράξεις «Ο κατά φαντασίαν ασθενής» μέσω της οποίας γίνεται ένας μοναδικός συνδυασμός χορού και τραγουδιού. Ο Μολιέρος παρουσιάζει την ιστορία του Αργκάν, του ανθρώπου που, ενώ έμεινε χήρος, ξαναπαντρεύεται με τη Βελίνα η οποία περιμένει να πεθάνει ο σύζυγός της για να πάρει την περιουσία του. Εκείνος ζει αποκλειστικά σε ένα δικό του κόσμο. Νομίζει ότι είναι άρρωστος και συνεχώς προσπαθεί να θεραπευθεί ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες των γιατρών και τις θεραπείες τους. Τελικά, καταφέρνει να θεραπευθεί και να καταλάβει ποιοι άνθρωποι τον αγαπούν πραγματικά από τον περίγυρό του. Ο Μολιέρος διακωμωδεί δύο βασικά θέματα που δεν είναι άλλα από το θάνατο και την ιατρική. Από τη μία, προκαλεί το γέλιο στο κοινό του μέσα από το θάνατο ο οποίος είναι ορατός καθ’όλη τη διάρκεια της κωμωδίας. Από την άλλη, το κωμικό στοιχείο είναι έντονο με τις προσπάθειες των γιατρών να σώσουν έναν ασθενή που στην πραγματικότητα είναι απόλυτα υγιής.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η συγκεκριμένη κωμωδία αποτελεί μια μεγάλη ειρωνεία για τον ίδιο το δημιουργό της. Το έργο έχει μεγάλη απήχηση καθώς ο Μολιέρος ενσαρκώνει το πρωταγωνιστικό ρόλο. Είναι ήδη εξαντλημένος από τις θεατρικές παραστάσεις και κανείς γιατρός δε μπορεί εκείνη τη στιγμή να τον θεραπεύσει. Λιποθυμάει κατά τη διάρκεια της τέταρτης. Δε νιώθει καλά και τελικά η παράσταση διακόπτεται για λίγη ώρα. Εκείνος, όμως, θέλει να την ολοκληρώσει και μόλις νομίζει ότι είναι καλύτερα, βγαίνει στη σκηνή υποδυόμενος το ρόλο του. Η αυλαία πέφτει και ο μεγάλος δραματουργός κείτεται λιπόθυμος. Μεταφέρεται στην οικία του όπου έχει συνεχώς δίπλα του τη σύζυγό του μέχρι τη στιγμή που ο θάνατος συναντά το μεγάλο δημιουργό στερώντας του πια το δικαίωμα να χαρίσει απλόχερα το γέλιο.

Ο Μολιέρος αφήνει τη τελευταία του πνοή στις 17 Φεβρουαρίου 1673 και αυτή τη φορά κανείς δε μπορεί να διακωμωδήσει το θάνατο. Ο άνθρωπος, που πήγε ενάντια στα επιβαλλόμενα, που ξεσκέπασε την υποκρισία, που εκθείασε την οικογένεια, την αληθινή αγάπη, που δε φοβήθηκε να εκφράσει ελεύθερα την άποψή του, σίγησε για πάντα. Ο Μολιέρος δεν είναι ο κατά φαντασίαν ασθενής που νόμιζε ότι θα πεθάνει αλλά ο πραγματικός ασθενής που δεν ήξερε ότι πέθαινε.

Εκείνη την εποχή προσπάθησαν να εξηγήσουν τα αίτια θανάτου του βασιζόμενοι στις λιγοστές ιατρικές γνώσεις που είχαν και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι προήλθε από υπερκόπωση. Σύμφωνα, όμως, με μεταγενέστερους μελετητές, σήμερα πιστεύεται ότι η υγεία του Μολιέρου παρουσίαζε σημαντική επιδείνωση κατά το διάστημα 1666-1673 μέχρι που επήλθε ο θάνατος. Σύμφωνα με μαρτυρίες συγχρόνων του, πιθανώς είχε ταλαιπωρηθεί από πνευμονία ή από πλευρίτιδα που δε γιατρεύτηκε ποτέ. Επιπλέον, το υπερβολικό άγχος για τη δουλειά του, οι θάνατοι της κόρης του και της Μαντλέν επηρέασαν αρνητικά την ήδη προβληματική υγεία του.

Αυτή μοναδική ανθρώπινη ύπαρξη, που αποτέλεσε θέμα συζητήσεων σε ανθρώπους διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, συνέχιζε να αποτελεί το ίδιο ακόμα και μετά το θάνατό του. Όντας κωμικός, δεν είχε το δικαίωμα να ενταφιαστεί όπως κάθε χριστιανός της εποχής. Όμως, η κηδεία του χωρίς καμία τιμή θα αποτελούσε μεγάλο σκάνδαλο για εκείνη την εποχή δεδομένου ότι ο Μολιέρος ήταν ένας άνθρωπος παγκοσμίου φήμης που είχε αλλάξει τα θεατρικά δεδομένα του 17ου αιώνα. Κατόπιν απαραίτητων κινήσεων της συζύγους του, ο Αρχιεπίσκοπος Φρανσουά Αρλάυ ντε Σανβαλλόν (1625-1695) δίνει την άδειά του ώστε να πραγματοποιηθεί ο ενταφιασμός του Μολιέρου μετά τη δύση ηλίου και με την παρουσία δύο ιερέων χωρίς όμως να υπάρξει νεκρώσιμη ακολουθία. Η κηδεία του Μολιέρου έλαβε χώρα στις 21 Φεβρουαρίου μετά τις 9 το βράδυ στο κοιμητήριο του παρεκκλησιού Σαν Ζοζέφ. Σύμφωνα με μαρτυρίες, πάρα πολλοί άνθρωποι τον συνόδεψαν στη τελευταία του κατοικία. Πολλά χρόνια μετά, το 1792 έγινε μεταφορά των οστών του στο μουσείο μνημείων της Γαλλίας και το 1817 στο νεκροταφείο Λε Περ Λασαίζ.

Παρά τον πρόωρο και απρόσμενο χαμό του μεγάλου δραματουργού, το πνεύμα του Μολιέρου συνεχίζει να ζει και μετά το θάνατό του. Ο θίασός του ανεβάζει τα έργα του «Ο Μισάνθρωπος» και «Ο κατά φαντασίαν ασθενής» με απόφαση της Αρμάντ Μπεζάρ. Εν συνεχεία, το 1680 δημιουργείται η Κομεντί-Φρανσέζ, ο μοναδικός θίασος που απαρτίζεται από μόνιμους κωμικούς. Η επιρροή, που είχε ασκήσει ο Μολιέρος κατά τη διάρκεια της ζωής του στους καλλιτέχνες, είναι τόσο μεγάλη που όλοι θεωρούν ότι εκείνος είναι ο αρχηγός της ομάδας κωμικών που δουλεύουν πλέον στη Κομεντί-Φρανσέζ. Συνεπώς, ξεκίνησαν τις πρώτες παραστάσεις τους με τα έργα του.

Οι γαλλικές κυβερνήσεις, που ακολούθησαν μετά το θάνατο του δραματουργού, δεν ξέχασαν ποτέ τη συνεισφορά του στην άνθηση του Πολιτισμού. Έτσι, προσπάθησαν να τον τιμήσουν με κάθε δυνατό τρόπο δίνοντας το όνομά του σε δρόμους και σε κτίρια. Σήμερα, στη πόλη του Παρισιού υπάρχει ο δρόμος Μολιέρος, σύμφωνα με το διάταγμα στις 27 Φεβρουαρίου 1867, στο τέλος του οποίου βρίσκεται ένα συντριβάνι με άγαλμα τον Ζαν-Μπατίστ Ποκελέν. Στον ίδιο δρόμο υπάρχει το κολλέγιο Ζαν-Μπατίστ Ποκελέν και σε διαφορετικό οικοδομικό τετράγωνο το Λύκειο Μολιέρος. Το δεύτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα ήταν αποκλειστικά θηλέων μέχρι το 1973. Ακόμα ένας δρόμος που φέρει το όνομα του δραματουργού βρίσκεται στη πόλη Λυών. Το όνομα «Μολιέρος» φέρουν, επίσης, εστιατόρια γαλλικών πόλεων όπως το Παρίσι, η Αβινιόν και οι Βερσαλίες. Επιπλέον, δεδομένου ότι σήμερα χρησιμοποιούνται λέξεις ή φράσεις από τα έργα του, η γαλλική γλώσσα λέγεται ότι είναι η «γλώσσα του Μολιέρου».

Κατά τη πάροδο των ετών, τα έργα του Μολιέρου έχουν μεταφραστεί σε διαφορετικές γλώσσες και έχουν ανέβει σε διάφορα θέατρα ανά τον κόσμο. Στην Ελλάδα, το κοινό έχει απολαύσει τα έργα «Ο Ταρτούφος», «Ο Φιλάργυρος», «Δον Ζουάν», «Αμφιτρυώνας» και «Ο Αρχοντοχωριάτης». Παράλληλα, έχουν διαβάσει στα ελληνικά σχεδόν όλες τις κωμωδίες που κυκλοφορούν από διαφορετικές εκδόσεις. Επιπλέον, οι θεατρικές ομάδες μαθητών δημοσίων ή ιδιωτικών σχολείων ανεβάζουν συχνά διάφορες κωμωδίες του.

Μερικές φορές οι καλλιτέχνες φεύγουν από τη ζωή σε μη προχωρημένη ηλικία αλλά παραμένουν αιώνια ζωντανοί μέσα από τα έργα τους!!! Ο Μολιέρος ξεκίνησε αργά τη θεατρική συγγραφή, έφυγε νωρίς από τη ζωή αλλά 4 αιώνες μετά συνεχίζει να μας διδάσκει μέσα από τα έργα του καθώς ο ίδιος αναφέρει: «Όταν ξέρει κανείς ν’ ακούει, μιλάει πάντα καλά».

Πηγές πληροφοριών:

Seo wordpress plugin by www.seowizard.org.