Ντιόρ, Κριστιάν (1905-1957)

,

Ο 20ος αιώνας θα δεχτεί αλλαγές στο χώρο της μόδας, θα εντυπωσιάσει το γυναικείο κοινό, η ομορφιά θα αποτυπωθεί σε υφάσματα διαφορετικών χρωμάτων ή θα αναδυθεί από αρώματα, αναδεικνύοντας τα σχέδια και το ταλέντο του μεγάλου Γάλλου σχεδιαστή Κριστιάν Ντιόρ.

Γεννιέται στις 21 Ιανουαρίου 1905 στη πόλη Γκρενβίλ της Νορμανδίας και κατάγεται από μία οικογένεια γνωστή και οικονομικά δυνατή. Συγκεκριμένα, οι γονείς του είχαν επινοήσει το γνωστό απορρυπαντικό ρούχων εκείνης της εποχής «Σαίν – Μάρκ» και το μαλακτικό ρούχων «Ντιόρ». Τα παιδικά του χρόνια είναι ήρεμα σε αντίθεση με τα εφηβικά, που αναστατώνονται λόγω του Ά Παγκοσμίου Πολέμου (1914 – 1918).  Η οικογένειά του και εκείνος μετακομίζουν στο Παρίσι, όπου η ζωή τους θα αλλάξει ριζικά. Ο Κριστιάν δηλώνει ότι θέλει να πραγματοποιήσει σπουδές Αρχιτεκτονικής, αλλά μετά την επιρροή της μητέρας του, γράφεται στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών, για να ασχοληθεί με σπουδές Νομικής, Οικονομικών, Επικοινωνίας, Διαφήμισης ή Δημοσιογραφίας. Εκείνος, όμως, είναι ένα ανήσυχο πνεύμα καλλιτεχνικής φύσεως και δεν καταφέρνει να ολοκληρώσει τις σπουδές του, αφού τις εγκαταλείπει το 1926.

Τα χρόνια 1920 – 1929 που ακολουθούν μετά το Ά Παγκόσμιο Πόλεμο χαρακτηρίζονται ως Τρελά Χρόνια, δεδομένου ότι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από διασκέδαση και ζουν σε έντονους ρυθμούς. Έτσι, δημιουργούνται κύκλοι καλλιτεχνών, που συχνάζουν σε καφέ ή σε σαλόνια διαφόρων γειτονιών του Παρισιού και ανυψώνουν το ηθικό των κατοίκων. Οργανώνουν βραδιές ποίησης, εκθέτουν έργα ζωγραφικής, παρουσιάζουν σατιρικά έργα, ακούγονται διαφορετικά είδη μουσικής και γενικότερα παρουσιάζεται μια καλλιτεχνική άνθιση με επιρροές από το εξωτερικό.  Ο Κριστιάν Ντιόρ αναπτύσσει φιλίες με ποιητές όπως με το Ζαν Κοκτώ και αποφασίζει να ανοίξει μια αίθουσα τέχνης (γκαλερί), όπου εκθέτει πίνακες γνωστών καλλιτεχνών όπως των Ισπανών ζωγράφων Πικάσο και Νταλί. Το 1929, όμως, αλλάζουν όλα λόγω της μεγάλης οικονομικής κρίσης, που παρουσιάζεται σε παγκόσμιο επίπεδο. Θα μείνει στην ιστορία ως η Κρίση του 1929 ή Μεγάλη πτώση και οι άνθρωποι θα αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα, θα κλείνουν τις επιχειρήσεις τους, θα μένουν άνεργοι μέχρι να ξεσπάσει ο ΄Β Παγκόσμιος Πόλεμος (1939 -1945).

Έτσι, ο Κριστιάν κλείνει την αίθουσα τέχνης αλλά δεν εγκαταλείπει τις προσπάθειές του και συνεχίζει να αναζητά τρόπους, ώστε να επιβιώσει. Ο θάνατος της μητέρας του το 1931 θα τον σημαδέψει, όπως και ο θάνατος του αδερφού του, που θα ακολουθήσει. Επιπλέον, ο πατέρας του θα χάσει όλη του την περιουσία και η οικογένεια Ντιόρ καταστρέφεται ολοκληρωτικά. Ο Κριστιάν, όμως, πουλάει κάποιους πίνακες μέχρι να υπηρετήσει στο στρατό. Όταν επιστρέφει, πουλάει για πρώτη φορά δικά του σχέδια, που απεικονίζουν καπέλα και φορέματα.

Από εκείνη την περίοδο, θα γίνει ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή του και σιγά σιγά το όνομα Ντιόρ θα γίνει γνωστό σε όλο τον κόσμο. Εργάζεται ως εικονογράφος για την εικονογραφημένη εφημερίδα «Λε Φιγκαρό» και εκεί γνωρίζει το Ρενέ Γρυώ, το Γάλλο σχεδιαστή, εικονογράφο και ζωγράφο, που θα δημιουργήσει το δικό του μύθο μέσω των διαφημίσεων και των εικονογραφήσεων. Παράλληλα, ο Κριστιάν σχεδιάζει ρούχα για ηθοποιούς του κινηματογράφου, του θεάτρου και άνθρωποι από το χώρο κατασκευής ρούχων όπως η Νίνα Ρίτσι ή κατασκευής καπέλων όπως η Κλωντ Σαιν-Σιρ παίρνουν τα σχέδια του.

Το 1938 ο Κριστιάν Ντιόρ μπαίνει επίσημα στο χώρο της μόδας και ασχολείται με το σχεδιασμό ρούχων, δίπλα στο μεγάλο Γάλλο μόδιστρο και κατασκευαστή αρωμάτων, στο «Πρίγκηπα της μόδας», Ρομπέρ Πιγκέ. Υπογράφει τρεις κολεξιόν και αποκτά φήμη με τη παρουσίαση του «ταγιέρ πιε ντε πουλ» και το 1941 εργάζεται σε έναν από τους μεγαλύτερους γαλλικούς οίκους μόδας του Λουσιάν Λελόνγκ. Παρ’όλο που έχει  ξεσπάσει ο ΄Β Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Κριστιάν συνεχίζει τη καλλιτεχνική του πορεία. Το 1945 γνωρίζει το Γάλλο βιομήχανο υφασμάτων, γνωστό ως «Βασιλιάς του βαμβακιού», Μαρσέλ Μπουσσάκ, που εντυπωσιάζεται από το ταλέντο του και στηρίζει το έργο του. Επενδύει 60.000 φράγκα και έτσι ο Κριστιάν Ντιόρ αποκτά το δικό του Οίκο μόδας στο νούμερο 30 της λεωφόρου Μονταίν. Ο Κριστιάν σχεδιάζει και ο Μπουσσάκ του παρέχει τα υφάσματα για τις μοναδικές δημιουργίες.

Ο χώρος της μόδας θα εντυπωσιαστεί όταν στις 12 Φεβρουαρίου 1927 θα κάνει την πρώτη επίδειξη μόδας, έπειτα από πολλές ώρες δουλειάς με την ομάδα του στην οποία ο Γάλλος σχεδιαστής Πιέρ Γκαρντέν είναι ο βασικός του ράφτης. Οι άνθρωποι προσπαθούν ακόμα να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες του ΄Β Παγκοσμίου Πολέμου και η γραμμή ντυσίματος είναι αρκετά συντηρητική. Ο Κριστιάν Ντιόρ, όμως, παρουσιάζει τη νέα μόδα, που αποτελείται από ρούχα, που αναδεικνύουν την ομορφιά του γυναικείου σώματος. Πιο συγκεκριμένα, ο Κριστιάν εκθέτει φορέματα και φούστες φαρδιάς γραμμής, που σφίγγουν τη μέση, δημιουργούν ίσους ώμους και το μάκρος τους είναι πάνω από το γόνατο. Έπειτα, το 1947 παρουσιάζει δύο νέες γραμμές, τη «στεφάνη άνθους» και το «οχτώ». Σκοπός του είναι οι γυναίκες να απολαμβάνουν τα ρούχα, που φορούν και να αποτελούνται από χρώματα ή άνθη. Οι επιδείξεις μόδας συνεχίζονται και το 1954 πρωτοτυπεί με την σειρά  «γραμμή Η», αφού παρουσιάζει ίσια φορέματα χωρίς στεφάνι στο τελείωμα τους.  Ακολουθούν οι γραμμές «Τουλίπ» και «Α», που είναι επίσης εντυπωσιακές.

Το 1947 μπαίνει στο χώρο των αρωμάτων, θεωρώντας ότι το «άρωμα είναι το απαραίτητο γυναικείο συμπλήρωμα». Επομένως, παρουσιάζει το πρώτο του άρωμα με την ονομασία «Μις Ντιόρ».

Το 1948 εγκαθίσταται στις Ηνωμένες Πολιτείας Αμερικής και ιδρύει νέα επιχείρηση στη Νέα Υόρκη. Ο Κριστιάν Ντιόρ έχει ήδη μαγέψει τους ανθρώπους με τα ρούχα του και τα αρώματα του, αλλά αυτή τη φορά θα αναστατώσει τον κόσμο του εμπορίου. Δεδομένου ότι μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών της Γαλλίας φέρνουν το όνομά του, συλλαμβάνει την ιδέα του «τέλους αδείας» σύμφωνα με την οποία θα μπορεί να παίρνει αμοιβή για κάθε σχέδιο του, που φέρει το όνομά του και ανήκει σε διαφορετικές εταιρείες. Έτσι, ο Κριστιάν αποδεικνύει ότι δεν είναι μόνο ένας καλλιτέχνης, ένας σχεδιαστής ρούχων αλλά ένας άνθρωπος με οικονομικές και εμπορικές γνώσεις. Η αυτοκρατορία του εξαπλώνεται συνεχώς και κάποια στιγμή ανοίγει γραφεία δημοσίων σχέσεων σε όλο τον κόσμο.

Τον Οκτώβριο του 1957 παρουσιάζει τη νέα του κολεξιόν με την ονομασία «Άτρακτος», που οργάνωσε μαζί με τον εκπαιδευόμενο του Ύβ Σαίν – Λοράν και θα είναι η τελευταία του εμφάνιση. Έπειτα, από καρδιακό επεισόδιο στην Ιταλία θα φύγει από τη ζωή στις 24 Οκτωβρίου 1957 και κάποιοι θα πουν ότι «τον κάλεσε ο Θεός για να ντύσει τους αγγέλους».

Ο Κριστιάν Ντιόρ είναι ο άνθρωπος, που μεταμόρφωσε το Παρίσι σε κέντρο της Υψηλής Ραπτικής μετά το ΄Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο συγκεκριμένος μόδιστρος τόνισε την ομορφιά της γυναίκας και της έδωσε το δικαίωμα να απολαμβάνει το ρούχο της επιλογής της συνοδευόμενο από το κατάλληλο άρωμα. Επιπλέον, είναι ο άνθρωπος που έντυσε τους ηθοποιούς της μεγάλης οθόνης όπως τη Ρίτα Χέιγουορθ, τη Μέριλιν Μονρόε, τη Λιζ Τέιλορ.

Ο Κριστιάν Ντιόρ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο «Βασιλιάς της Υψηλής Ραπτικής», αφού απέδειξε ότι και ο σχεδιασμός ρούχων είναι τέχνη και επομένως χρειάζεται τη φαντασία για να παράγει το έργο της. Εμείς, θα μπορούσαμε να θαυμάσουμε τις δημιουργίες του, να μελετήσουμε τη ζωή του και να καταλάβουμε ότι όλοι μπορούμε να σχεδιάσουμε, να γράψουμε, να ζωγραφίσουμε, να τραγουδήσουμε, αρκεί να το θέλουμε πραγματικά.

Οι φωτογραφίες που παρουσιάζονται απεικονίζουν :

  • Την εταιρεία «Dior»
  • Το άρωμα «Miss Dior»
  • Ένα μπλε φόρεμα σχεδιασμένο από τον Κριστιάν Ντιόρ
Seo wordpress plugin by www.seowizard.org.