Ευγένιος, Ιονέσκο (1909-1994)

Ο 20ος αιώνας θα υποδεχθεί τη γέννηση ενός ανθρώπου, που θα ξεχωρίσει στο χώρο του Θεάτρου, της Λογοτεχνίας, της Ποίησης, της Ζωγραφικής. Θα γίνει γνωστός σε μεγάλη ηλικία αλλά όλοι θα μιλούν για το έργο του και το όνομά του θα συνδεθεί με ένα συγκεκριμένο είδος θεάτρου.

Ο Ευγένιος Ιονέσκο γεννιέται στις 26 Νοεμβρίου 1909 στη Σλάτινα της Ρουμανίας και είναι το πρώτο παιδί ενός δικαστή ρουμανικής καταγωγής, που εργάζεται στην αυτοκρατορική κυβέρνηση και της Μαρί-Τερέζ Ιπκάρ, που έχει ρουμανική, ελληνική και γαλλική καταγωγή. Λίγα χρόνια μετά οι γονείς του αποκτούν δεύτερο παιδί, μία κορούλα με το όνομα Μαριλίνα. Τα δύο αδέρφια θα περάσουν δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω των οικογενειακών προβλημάτων, που θα κάνουν την εμφάνισή τους αργότερα και η ζωή τους θα μοιραστεί μεταξύ Ρουμανίας και Γαλλίας.

Αρχικά, το 1913 η οικογένεια θα μετακομίσει στο Παρίσι, για την πραγματοποίηση ενός διδακτορικού διπλώματος του πατέρα. Τρία χρόνια μετά, η Ρουμανία θα κηρύξει τον πόλεμο ενάντια στη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία ενώ η οικογένεια Ιονέσκο θα χωρισθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο πατέρας φεύγει από το Παρίσι και έπειτα η οικογένειά του θα θεωρήσει ότι σκοτώθηκε στον πόλεμο. Στην πραγματικότητα, όμως, ο πατέρας του Ευγένιου αποφασίζει να κόψει οριστικά τους δεσμούς με τη σύζυγό του και τα παιδιά του. Έτσι, τους αφήνει να πιστεύουν αυτό το ψέμα, ενώ εκείνος ακολουθεί το δικό του δρόμο και αφού παίρνει διαζύγιο στο Βουκουρέστι, τελικά ξαναπαντρεύεται. Η πράξη του θα έχει άσχημες συνέπειες στις μετέπειτα σχέσεις του με τα παιδιά του και η μητριά δε θα δείξει καλή συμπεριφορά προς εκείνα.

Ο Ευγένιος, η Μαριλίνα και η μητέρα τους παραμένουν στο Παρίσι και για να επιβιώσουν η Μαρί-Τερέζ κάνει διάφορες περιστασιακές δουλειές. Παράλληλα δέχεται τη βοήθεια και την στήριξη των συγγενών της, που ζουν στη Γαλλία. Λόγω των οικονομικών δυσκολιών τα δύο αδέρφια θα βρεθούν για τη χρονική περίοδο 1917-1919 σε μία οικογένεια χωρικών, που διαμένει στην κοινότητα Λα Σαπέλ-Αντενέζ. Εκεί, θα λάβουν στοργή και αγάπη, ενώ ο Ευγένιος θα υποστηρίξει αργότερα ότι μαζί τους έζησε δύο ευτυχισμένα χρόνια. Επιπλέον, στη Γαλλία θα ζήσει μια εμπειρία, μεταφυσική θα μπορούσαμε να πούμε, που θα είναι σήμα κατατεθέν στο μετέπειτα έργο του, καθοδηγώντας το τρόπο γραφής του και το τρόπο σκέψης του.

Το 1925 τα δύο αδέρφια και η μητέρα τους επιστρέφουν στο Βουκουρέστι και παρά τις δολοπλοκίες του πατέρα, εκείνος καταφέρνει να πάρει τη κηδεμονία των παιδιών. Η συμβίωση τους θα είναι εξαιρετικά δύσκολη και θα υπάρξουν αρκετά προβλήματα εξαιτίας της στάσης του πατέρα τους. Συγκεκριμένα, εκείνος δε θα δείξει ίχνος συμπάθειας και αγάπης προς εκείνα. Αντιθέτως, θα είναι καταπιεστικός, αυταρχικός κάποιες φορές τόσο σκληρός, που θα μείνει στη μνήμη τους ως τυραννικός πατέρας. Η σχέση ανάμεσα στο πατέρα και το γιο θα είναι γεμάτη διενέξεις, αφού ο Ευγένιος δείχνει το ενδιαφέρον του προς τη λογοτεχνία και ο πατέρας του θέλει να τον κάνει μηχανικό. Ο Ευγένιος, όμως, δεν θα υπακούσει στις εντολές του πατέρα του και το 1926 θα έρθει σε οριστική ρήξη, ενώ δε θα συγχωρέσει την σκληρή συμπεριφορά του.

Ο Ευγένιος Ιονέσκο αποφασίζει να μείνει με τη μητέρα του και από εκείνη την περίοδο η ζωή του θα αρχίσει να αλλάζει προς το καλύτερο. Θα εργαστεί στη Κρατική Τράπεζα της Ρουμανίας και το 1928 θα ξεκινήσει τις σπουδές του στη Γαλλική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρετσίου. Η Λογοτεχνία τον σαγηνεύει και όντας φοιτητής αρχίζει την συγγραφή. Τα πρώτα του έργα είναι ποιήματα, μυθιστορήματα και λογοτεχνικές κριτικές στα ρουμανικά, παρ’όλο που γνωρίζει γαλλικά και γερμανοεβραϊκά. Το 1934 τελειώνεις τις σπουδές του και διδάσκει τα γαλλικά σε διάφορα σχολεία. Δύο χρόνια μετά, παντρεύεται με τη Ροντίκα Μπουριλεάνου, που γνώρισε κατά τη διάρκεια της φοιτητικής του ζωής, όταν εκείνη σπούδαζε Φιλοσοφία και Δίκαιο. Το 1938 μετακομίζουν στο Παρίσι, δεδομένου ότι ο Ιονέσκο κέρδισε μια υποτροφία από το Γαλλικό Ινστιτούτο του Βουκουρεστίου για την προετοιμασία του διδακτορικού του διπλώματος. Πρόκειται να μελετήσει την σύγχρονη ποίηση από την εποχή του Μπωντλαίρ και έπειτα, στην οποία επικρατεί το αμάρτημα και ο θάνατος. Παράλληλα θα στέλνει στα ρουμάνικα περιοδικά πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο της Λογοτεχνίας στο Παρίσι.

Ο Ευγένιος Ιονέσκο ετοιμάζει το διδακτορικό του, συνεχίζει τη συγγραφή του αλλά από το 1938 μέχρι το 1942 ταξιδεύει συχνά από τη Γαλλία στη Ρουμανία, χωρίς να έχει μόνιμη κατοικία. Μετά τη συμμαχία της Ρουμανίας με τη Γερμανία και την είσοδο της στον πόλεμο ενάντια της Σοβιετικής Ένωσης, ο Ευγένιος αποφασίζει να επιστρέψει το 1942 οριστικά στη Γαλλία. Αρχικά μένουν στη Μασσαλία για μικρό χρονικό διάστημα αλλά αποκτώντας την κόρη τους Μαρί-Φράνς, το 1944, επιλέγουν να μείνουν μόνιμα στο Παρίσι. Μετά τον ερχομό της κόρης τους η ζωή τους αλλάζει ριζικά γνωρίζοντας έντονη οικονομική άνθιση, αφού ο Ευγένιος χάρη στην πολύ καλή γνώση της γαλλικής γλώσσας θα εργαστεί ως διορθωτής βιβλίων νομικού περιεχομένου σε ένα μεγάλο εκδοτικό οίκο στο Παρίσι μέχρι το 1955.

Το 1947, ο Ιονέσκο προσπαθεί να μάθει αγγλικά μέσω του βιβλίου «Αγγλικά χωρίς κόπο» των εκδόσεων Ασσιμίλ. Ο συγκεκριμένος εκδοτικός οίκος είναι γαλλικός και εκείνη την εποχή προσπαθεί να ενισχύσει την μάθηση ξένων γλωσσών προβάλλοντας μια καινούρια μέθοδο γνωστή με το όνομα Ασσιμίλ. Η μέθοδος βασίζεται στην καθημερινή ανάγνωση, ακουστική και επανάληψη απλών αγγλικών φράσεων, με σκοπό να βοηθήσει το κάθε αυτοδίδακτο να μάθει την ξένη γλώσσα με εύκολο τρόπο, χωρίς να χάνεται στους κανόνες. Ο εκδοτικός οίκος Ασσιμίλ ιδρύθηκε το 1929 από τον Αλφόνς Σερέλ και μέχρι σήμερα η συνεισφορά του στην εκμάθηση ξένων γλωσσών είναι πολύ σημαντική.

Η προσπάθεια του Ευγένιου να μάθει αγγλικά τον οδηγεί στη συγγραφή του πρώτου του θεατρικού έργου με τον τίτλο «Η Φαλακρή Τραγουδίστρια». Οι φράσεις που ακούει χρησιμοποιώντας τη μέθοδο Ασσιμίλ του προξενούν την περιέργεια και αρκετές φορές θεωρεί ότι κάποιες είναι παράλογες λόγω έλλειψης νοήματος. Επομένως, αποφασίζει να γράψει ένα θεατρικό παραλόγου με τον τίτλο «Αγγλικά χωρίς κόπο». Αφού το γράφει, κάποια μέρα γίνεται η θεατρική πρόβα και ο ένας πρωταγωνιστής, ο πυροσβέστης, απευθύνεται στην πρωταγωνίστρια, που είναι μια ξανθιά δασκάλα. Αντί να πει «ξανθιά δασκάλα», μπερδεύει τα λόγια του και λέει «φαλακρή τραγουδίστρια». Αυτό το λαθάκι αποτέλεσε την πηγή για την αλλαγή του τίτλου του θεατρικού από «Αγγλικά χωρίς κόπο» σε «Φαλακρή Τραγουδίστρια».

Το έργο θα παιχτεί για πρώτη φορά το Μάιο του 1950 σε ένα μικρό καμπαρέ, στο θέατρο Ντε Νοκταμπύλ αλλά από το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς τα πράγματα θα αλλάξουν ριζικά, αφού θα εκδοθεί από το Κολλέγιο της Παταφυσικής. Το συγκεκριμένο κολλέγιο αποτελούμενο από συγγραφείς και καλλιτέχνες ιδρύθηκε το 1948 στο Παρίσι. Η Παταφυσική είναι η επιστήμη των φανταστικών λύσεων, των ασυνήθιστων λύσεων, των εξαιρέσεων. Βασίζεται στη θεωρία του παταφυσικού Φωστρόλ την οποία παρουσίασε στο βιβλίο «Χειρονομίες και απόψεις του Δρ Φωστρόλ» ο Αλφρέντ Ζαρί κατά τη χρονική περίοδο 1897-1898. Οι εκπρόσωποί της αναζητούν τη λύση πέρα από τα όρια του ορθολογισμού, πιστεύοντας ότι η εξήγηση των φυσικών φαινομένων μπορεί να γίνει μέσω της παρατήρησης, που θα δείξει τις εξαιρέσεις και εκείνες θα δώσουν την εξήγηση. Η ονομασία «παταφυσική» είναι παραφθορά της λέξεως «μεταφυσική», που προήλθε από το έργο «Τα μετά τα φυσικά» του αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου Αριστοτέλη (384 π.Χ.-322π.Χ.).  Σημαίνει «αυτό που είναι πάνω από τη μεταφυσική», δηλαδή «αυτό που είναι πάνω από αυτό που είναι μετά τη φυσική». Εξάλλου ο τίτλος μεταφυσική από το έργο του Αριστοτέλη σημαίνει «αυτό που είναι μετά τη φυσική».

«Η Φαλακρή Τραγουδίστρια» κινεί το ενδιαφέρον πολλών ανθρώπων, που λατρεύουν τη Λογοτεχνία και μετέπειτα αρκετών κριτικών. Από το 1957, θα παίζεται στο Θέατρο Ντε Λα Υσέτ. Το 1951, ο Ιονέσκο παρουσιάζει το επόμενο θεατρικό του έργο, που είναι μονόπρακτο, με τον τίτλο «Το Μάθημα», του οποίου η συγγραφή ολοκληρώνεται τον Ιούνιο του 1950, τη χρονιά που παίρνει τη γαλλική υπηκοότητα. «Το Μάθημα» παρουσιάζει τις δυσκολίες, που αντιμετωπίζει μια τελειόφοιτος να κατανοήσει τα λόγια ενός παλιού καθηγητή, που επέλεξε η ίδια για να της κάνει μαθήματα. Αυτό το θεατρικό θα ανέβει αρχικά στο Θέατρο Ντε Πος Μονπαρνάς, αλλά μετά θα μεταφερθεί στο Θέατρο Ντε Λα Υσέτ. «Η Φαλακρή Τραγουδίστρια» και «Το Μάθημα» θα παίζονται ασταμάτητα για πενήντα χρόνια και το 1979 θα σπάσουν το παγκόσμιο ρεκόρ μακροβιότητας, που κατείχε «Η Ποντικοπαγίδα» της Αγγλίδας μυθιστοριογράφου Αγκάθα Κρίστι (1890-1976).

Κατά τη διάρκεια του 1950 ο Ιονέσκο ολοκληρώνει τη συγγραφή ενός τρίτου θεατρικού μονόπρακτου με τον τίτλο «Ζακ ή Η Υποδούλωση». Αυτό θα ανέβει επίσης στο Θέατρο Ντα Λα Υσέτ, όπως «Η Φαλακρή Τραγουσδίστρια» και «Το Μάθημα». Μέσω αυτών των τριών θεατρικών έργων, ο Ευγένιος θα θεωρηθεί επίσημα εκπρόσωπος του Θεάτρου του Παρολόγου. Πρόκειται για ένα είδος θεάτρου, που αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 50, έρχεται σε αντίθεση με το δράμα και την κωμωδία. Οι εκπρόσωποί του γράφουν έργα τελείως διαφορετικά από εκείνα, που παρουσιάζει ο Ρεαλισμός θέλοντας να απεικονίσει την πραγματικότητα όπως είναι. Το Θέατρο του Παρολόγου στρέφει την προσοχή του στον Παρολογισμό του Ανθρώπου και της ζωής, η οποία τελειώνει κάποια στιγμή με το θάνατο. Η φιλοσοφία του προέρχεται από τα κατάλοιπα του΄Β Παγκοσμίου Πολέμου (1939 -1945), κατά τη διάρκεια του οποίου η ανθρώπινη ζωή έχασε την ασφάλειά της και οδηγήθηκε πολλές φορές στο θάνατο. Ο τρόπος γραφής των εκπροσώπων του Θεάτρου του Παραλόγου δεν ακολουθεί κανόνες σχετικά με την πλοκή του έργου, τη χρονική του συνέχεια και τον τόπο εξέλιξης της πλοκής. Επιπλέον, δεν υπάρχει ένας ξεχωριστός χαρακτήρας, που θα επηρεάσει την εξέλιξη του έργου. Πρόκειται για έργα, που χαρίζουν στο θεατή ένα θέαμα γεμάτο ήχους, χρώματα, φώτα, μιμικές κινήσεις. Η γλώσσα χρησιμοποιείται ως μέσο επικοινωνίας, αλλά τα λόγια δεν έχουν κάποια συνοχή. Συχνά τα λογοπαίγνια, τα φραστικά λάθη, οι επαναλήψεις, οι παροιμίες προκαλούν το γέλιο του θεατή. Το κωμικό στοιχείο, όμως,  ξεπερνά τα όρια και φθάνει στο παραλογισμό κάνοντας τους πρωταγωνιστές να φαίνονται παράλογοι, οι οποίοι εκφράζονται κάποιες φορές με υπερβολικές κινήσεις. Επιπλέον, τα εν θέσει αντικείμενα δεν έχουν κανένα συμβολικό ρόλο και το έργο εξελίσσεται υπό ένα κλίμα καταστροφής, δείχνοντας ότι τελικά το παράλογο είναι ότι η ζωή οδηγείται στο θάνατο.

Το Θέατρο του Παραλόγου δίνει την εντύπωση ότι υμνεί το παραλογισμό αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα είδος δραματικού θεάτρου, που φανερώνει τον ανθρώπινο παραλογισμό στον οποίο ο άνθρωπος χάνεται καθημερινά. Ο Ιονέσκο, όμως, δεν αποδέχεται ότι είναι εκπρόσωπος του Θεάτρου του Παραλόγου, θεωρώντας ότι πρόκειται για μια μειωτική διάκριση. Ωστόσο, δεν είναι ο μοναδικός συγγραφέας, που δεν αποδέχεται τον όρο Θέατρο του Παραλόγου. Αρκετοί συγγραφείς έχουν εκφράσει την αντίθεσή τους ως προς τη χρήση του και για αυτό το λόγο έχουν δημιουργηθεί νέοι όροι όπως Αντι-θέατρο, Νέο Θέατρο. Ο Ευγένιος έχει δηλώσει ότι η ύπαρξη του παράλογου στοιχείου στα έργα του έχει ως σκοπό να μεγεθύνει τα νήματα της θεατρικής ψευδαίσθησης. Επιπλέον, είχε δηλώσει ότι αντί της έκφρασης «παράλογο», προτιμούσε τη λέξη «παράξενο», δεδομένου ότι «ό,τι δεν καταλαβαίνουμε δεν σημαίνει ότι είναι παράλογο». Χάρη στα τρία προαναφερόμενα θεατρικά έργα, θα θεωρηθεί αργότερα ως ο πατέρας του Θεάτρου του Παραλόγου,  αλλά θα ξεχωρίσει από τους υπόλοιπους εκπροσώπους. Συγκεκριμένα, θα προκύψει ότι ο Ιονέσκο δε θέλει να δείξει ότι όλα καταλήγουν στο θάνατο, αλλά να τονίσει τη μοναξιά του ανθρώπου και την ασημασία της ύπαρξής του.

Το 1951 ο Ευγένιος Ιονέσκο γράφει το θεατρικό με τίτλο «Οι Καρέκλες», που θα εκδοθεί το 1954. Πρόκειται για ένα σημαντικό έργο, που θα τον κατατάξει στους εκπροσώπους του Φανταστικού Θεάτρου. Το «φανταστικό» επιτρέπει στο συγγραφέα να παρουσιάσει το υπερφυσικό στοιχείο, δηλαδή πλάσματα που δεν ανήκουν στο πραγματικό κόσμο. «Οι Καρέκλες» παρουσιάζουν μια ηλικιωμένη κυρία, που τοποθετεί αρκετές καρέκλες, για να καθίσουν αυτοί, που μόνο εκείνη βλέπει. Πρόκειται για φαντάσματα, για παρουσίες χωρίς πρόσωπα. Έτσι, ο Ιονέσκο μας δίνει ένα έργο, που αποτελεί μέρος του Θεάτρου του Παραλόγου, αλλά ταυτόχρονα μέρος του Θεάτρου σε όνειρο. Η πρωταγωνίστρια, λίγο πριν φύγει από τη ζωή, ζει μια κατάσταση χωρίς λογική, χωρίς συνοχή σαν να βρίσκεται σε όνειρο. Όσον αφορά την τοποθέτηση των καρεκλών, πρόκειται για μια τεχνική, που μέχρι την εμφάνιση του συγκεκριμένου έργου δεν είχε συναντηθεί σε κάποιο άλλο. Επομένως, θεωρείται ότι ο Ευγένιος Ιονέσκο είναι αυτός που επινόησε την «τεχνική του πολλαπλασιασμού». Την ίδια χρονιά ολοκληρώνει τη συγγραφή δύο ακόμα θεατρικών έργων με τους τίτλους «Ο Κύριος», «Το μέλλον είναι στα αυγά».

Το 1952, ο Ευγένιος ολοκληρώνει τη συγγραφή ενός θεατρικού έργου, το οποίο είναι εντελώς διαφορετικά από τα προηγούμενα και θα του χαρίσει τη μεγάλη αναγνώριση. Σύμφωνα με την ιστορία του, πολλοί κριτικοί θεωρούν ότι είναι ένα έργο που απεικονίζει κατά κάποιο τρόπο τη ζωή του λογοτέχνη, δηλαδή ότι είναι αυτοβιογραφικό. Το έργο ονομάζεται «Θύματα του καθήκοντος» και θα ανέβει στο Θέατρο της Λατινικής Γειτονιάς το 1953, ενώ θα εκδοθεί το 1954. Βλέπουμε την πορεία του Σουμπέρ, από το γάμο του μέχρι την στιγμή του θανάτου του. Το έργο είναι συμβολικό και στην πραγματικότητα δείχνει τη ζωή του Ευγένιου. Ο συγγραφέας παρουσιάζει τα δύσκολα παιδικά χρόνια, που είχε ως μέλος μιας διαλυμένης οικογένειας εξαιτίας του πατέρα του και της ζωής, που θα ήθελε να έχει μετά από τη συμφιλίωση με τον πατέρα του. Τα «Θύματα του καθήκοντος» δείχνουν τον πρωταγωνιστή να ζει μια μαγική στιγμή, να βλέπει ένα περίεργο φως. Αυτή η σκηνή παραπέμπει σε μια προσωπική εμπειρία του συγγραφέα, όταν ήταν ακόμα παιδί και ζούσε στο Παρίσι. Περπατώντας το καλοκαίρι σε ένα χωριό της γαλλικής επαρχίας κάτω από το καταγάλανο ουρανό, ένιωσε ξαφνικά σαν να ανασηκώνεται από το έδαφος, να βρίσκεται κάτω από ένα έντονο φως και να έχει ένα αίσθημα ευφορίας. Όταν επέστρεψε στο έδαφος και το φως τον άφησε, ο Ευγένιος είδε τον κόσμο όπως πραγματικά είναι, μέσα στη σήψη, στη διαφθορά και στις μάταιες επαναλαμβανόμενες πράξεις. Μετά από αυτή την εμπειρία ο Ευγένιος πίστεψε ότι υπάρχει ένας καλύτερος κόσμος πέρα από αυτόν, που βλέπουμε καθημερινά και συχνά πρόβαλε την αντίληψη στα έργα του.

Το 1953 συγγράφει νέα θεατρικά έργα μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει το μονόπρακτο «Ο Καινούργιος Νοικάρης». Πρόκειται για το πρώτο θεατρικό έργο το οποίο θα ανέβει σε θέατρο του εξωτερικού το 1955. Εκείνη την χρονιά ολοκληρώνει το επίσης μονόπρακτο «Το αυτοσχεδίασμα της Άλμα», που θα ανέβει ένα χρόνο μετά στο Στούντιο των Ηλυσίων Πεδίων, που από γκαλερί είχε μετατραπεί σε θεατρική αίθουσα.

Το 1957, το Κολλέγιο Παταφυσικής του απονέμει τον τιμητικό τίτλο Σατράπης, δηλαδή προστάτης της χώρας, για την λογοτεχνική του συγγραφή. Κατά τη χρονική περίοδο 195-1959, ο Ευγένιος Ιονέσκο συγγράφει το θεατρικό έργο με τον τίτλο «Δολοφόνος χωρίς αμοιβή», το οποίο θα ανέβει στη θεατρική σκηνή Ρεκαμιέ το 1959. Το συγκεκριμένο έργο θα καταπλήξει αναγνώστες και θεατές, αφού  ξεκινάει σαν ένα παραμύθι με νεράιδες, στη συνέχεια αποκτά αστυνομική πλοκή και καταλήγει να είναι μια τραγωδία.

Το 1959, ο Ευγένιος παρουσιάζει με τις εκδόσεις Γκαλιμάρ το θεατρικό έργο «Ρινόκερος» μέσω του οποίου δείχνει το φόβο του από τις συνέπειες κάθε μορφής ολοκληρωτισμού στην ανθρωπότητα. Το ανθρώπινο είδος απειλείται με εξαφάνιση λόγω μιας αρρώστιας, που μεταμορφώνει όλους τους ανθρώπους σε ρινόκερους. Κάποιος, όμως, αντιδρά θεωρώντας ότι αυτή η μεταμόρφωση δεν είναι φυσιολογική. Το θεατρικό μεταφράζεται στα γερμανικά και ανεβαίνει σε θέατρο στο Ντίσελντορφ, ενώ ένα χρόνο μετά στο Παρίσι στο Θέατρο Οντεόν και στο Λονδίνο στο Βασιλικό Θέατρο. Το 1964, ο «Ρινόκερος» θα παιχτεί για πρώτη φορά στη χώρα που γεννήθηκε, τη Ρουμανία. Το συγκεκριμένο θεατρικό δείχνει τις συνέπειες του΄Β Παγκόσμιου Πολέμου και αντιτίθεται σε κάθε πολιτική δύναμη, που στόχος της είναι να αλλάξει όλους τους ανθρώπους.

Το 1962 παρουσιάζονται νέα σημαντικά θεατρικά έργα, τα οποία δίνουν διαφορετικά μηνύματα στους θεατές. Αρχικά, ο Ιονέσκο παρουσιάζει το ερώτημα του θανάτου γράφοντας το θεατρικό «Ο βασιλιάς πεθαίνει». Επιπλέον, με το «Παραλήρημα για δύο» δείχνει την αντιπαλότητα, που μπορεί να υπάρξει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους μέσω της γλώσσας για κάποιο θέμα, ακόμα και όταν η πολιτική κατάσταση μιας χώρας κλυδωνίζεται από τον πόλεμο.  Την ίδια χρονιά παρουσιάζει μια συλλογή κειμένων, άρθρων και σημειώσεων από συνέδρια θέλοντας να απαντήσει στους κριτικούς της εποχής του και οδηγιών σχετικά με τη δραματική του τέχνη. Πρόκειται για το έργο «Σημειώσεις και παρασημειώσεις», το οποίο βοηθά τον κάθε αναγνώστη να κατανοήσει τον τρόπο σκέψης και συνεπώς συγγραφής του δημιουργού.

Τα χρόνια κυλούν και ο Ευγένιος Ιονέσκο έχοντας γίνει γνωστός σχεδόν σε όλο τον κόσμο αποσύρεται από τη συγγραφή θεατρικών έργων. Παρευρίσκεται σε διάφορα συνέδρια, δίνει ομιλίες και αποκτά διάφορα βραβεία. Συγκεκριμένα, το 1969 λαμβάνει το λογοτεχνικό Βραβείο Πρανς-Πιερ-ντε-Μονακό για το σύνολο του έργου του και το 1970 ψηφίζεται από τη Γαλλική Ακαδημία. Λίγα χρόνια μετά, το 1973, παρουσιάζει ένα νέο έργο. Αυτή τη φορά έγραψε το μυθιστόρημα «Ο Ερημίτης», που υπογραμμίζει τη μοναξιά και την πλήξη του ανθρώπου ακόμα και όταν είναι πλούσιος. Την ίδια χρονιά λαμβάνει το Βραβείο Ιερουσαλήμ για την ελευθερία των ατόμων στην κοινωνία, προς τιμή του έργου του «Ρινόκερος». Πρόκειται για ένα βραβείο, που απονέμεται κάθε δύο χρόνια σε συγγραφέα, που μέσω των έργων του αναπτύσσει θέματα σχετικά με την ελευθερία του ατόμου, την κοινωνία, την πολιτική και τις κυβερνήσεις. Το 1975 παρουσιάζει το τελευταίο θεατρικό του έργο με τον τίτλο «Ο άνθρωπος με τις βαλίτσες», που θα ανέβει την ίδια χρονιά στο Θέατρο Ντελατελιέ.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1980–1990 ασχολείται κυρίως με τη συγγραφή αυτοβιογραφικών έργων και δοκιμίων. Όμως, ταλαιπωρείται από κατάθλιψη και για να την αντιμετωπίσει ξεκινάει την ενασχόλησή του με τη ζωγραφική. Συγκεκριμένα σχεδιάζει, ζωγραφίζει και φτιάχνει λιθογραφίες. Το 1982 γράφει στα ρουμανικά το δοκίμιο «Ουγκοϊλιάδα» και το 1985 το το λιμπρέτο όπερας «Μαξιμιλιάν Κόλμπ». Το 1986 γράφει ένα νέο δοκίμιο στα ρουμάνικα με τον τίτλο «Όχι» και το 1987 παρουσιάζει το δοκίμιο «Η διαλείπουσα έρευνα». Το 1989 μπαίνει στο χώρο της πολιτικής για την υποστήριξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, άνοιξε τις εργασίες της συνόδου, που οργανώθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο  για την παραβίαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από το Κομμουνιστικό καθεστώς στη Ρουμανία.

Ο Ευγένιος Ιονέσκο φεύγει από τη ζωή στις 28 Μαρτίου 1994 αφήνοντας την τελευταία του πνοή στη πόλη, που επέλεξε να ζήσει με την οικογένειά του, στο Παρίσι. Εκείνη τη χρονιά ο κόσμος του Θεάτρου και της Λογοτεχνίας έχασε ένα δημιουργικό πνεύμα, αλλά την ίδια στιγμή τα έργα του έμειναν στην αιωνιότητα για να διδάξουν και να μορφώσουν τις επόμενες γενιές.

Ο Ευγένιος Ιονέσκο απέδειξε ότι οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι απόψεις μπορούν να ταξιδέψουν μέσω της συγγραφής σε οποιαδήποτε γλώσσα και να αποκτήσουν σάρκα και οστά μέσω του θεάτρου. Εμείς, μπορούμε να διαβάσουμε τα έργα του, να δούμε τη σύγχρονη πραγματικότητα και να επιλέξουμε τον τρόπο με τον οποίο θέλουμε να ταξιδέψουν οι δικές μας σκέψεις.

Τα παρακάτω αποσπάσματα προέρχονται από δικές του ομιλίες ή από τα εξής έργα :

  1. «Η Φαλακρή Τραγουδίστρια – La Cantatrice chauve»
  2. «Ρινόκερος – Rhinocéros»
  3. «Σημείωσεις και παρασημειώσεις – Notes et contre – notes»
Seo wordpress plugin by www.seowizard.org.