Σαιντ-Εξυπερύ, Αντουάν ντε (1900-1944)

Στις αρχές του 20ου αιώνα θα γεννηθεί ο άνθρωπος που θα κατακτήσει τους ουρανούς καθώς θα γίνει ένας από τους καλύτερους Γάλλους αεροπόρους και που θα εξυψώσει τις ηθικές αξίες μέσα από το λογοτεχνικό του έργο! Πρόκειται για τον Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ που θα γίνει ο Μικρός Πρίγκιπας των επόμενων γενεών, ο πρίγκιπας που δε θα μιλάει για πλούτη και παλάτια αλλά θα λέει ότι όλοι «είμαστε επιβάτες του ίδιου πλανήτη, που ο ένας εξαρτάται από τον άλλον».

Antoine_de_Saint-Exupéry
Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ

Στις 29 Ιουνίου 1900, ο κόμης Ζαν-Μαρκ ντε Σαιντ-Εξυπερύ (1863-1904), στέλεχος της εταιρίας ασφαλίσεων Le Soleil και η σύζυγός του Μαρί Μπουαγιέρ ντε Φονσκολόμπ υποδέχονται το τρίτο παιδί τους, τον Αντουάν που θα τον αποκαλούν Τονιό κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας. Ζουν όλοι μαζί κάτω από την οικογενειακή θαλπωρή στη Λυών και δεδομένου ότι η οικογένειά του έχει ρίζες ευγενών, κανένα από τα ήδη γεννηθέντα παιδιά και τα δύο που ακολουθούν δε βρίσκονται αντιμέτωπα με υλικές ελλείψεις.
Όμως, ένα τραγικό συμβάν πρόκειται να σημαδέψει τα μέλη της οικογένειας. Συγκεκριμένα, ο Ζαν-Μαρκ ντε Σαιντ-Εξυπερύ φεύγει ξαφνικά από τη ζωή το 1904 λόγω εγκεφαλικής αιμορραγίας και η Μαρί Μπουαγιέρ προσπαθεί με κάθε δυνατό τρόπο να μεγαλώσει τα παιδιά της. Η Μαρί-Μαντλέν, η Σιμόν, ο Φρανσουά, η Γκαμπριέλ και ο Αντουάν στέκονται στο πλευρό της μητέρας του η οποία προσπαθεί να τους μεταδώσει όλες τις αρχές που διέπουν μια ευγενής ανθρώπινη ύπαρξη. Για να πραγματοποιήσει το έργο της, έχει ήδη μετακομίσει στον πύργο Λα Μόλ στην περιοχή Ρον-Άλπ όπου διαμένει η μητέρα της. Ένας έντονος δεσμός αναπτύσσεται ανάμεσα στον Αντουάν και τη μητέρα του καθώς ο μικρός της γιος προσπαθεί να κατανοήσει όλες τις αρχές της σχετικά με την ειλικρίνεια, το σεβασμό, την αγάπη και το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο.
Το 1909 ο Αντουάν και τα αδέρφια του αλλάζουν ξανά τόπο κατοικίας κατόπιν απόφασης της μητέρας τους. Αυτή τη φορά βρίσκονται στην πόλη Λε Μαν στα δυτικά της Γαλλίας. Ο μικρός Αντουάν είναι μαθητής στο σχολείο Σαιντ-Κρουά αλλά δε φαίνεται ότι περνάει όμορφες στιγμές. Είναι η εποχή που θα δείξει τις πρώτες του ανησυχίες, τη βαθύτερη ανάγκη του να ξεφύγει από τα δεσμά της ζωής που επιβάλλουν οι άλλοι, την επιθυμία του ν’αναλύσει τη συμπεριφορά των ανθρώπων.
Είναι 12 ετών όταν εκδηλώνεται, χωρίς να το καταλάβει κάποιος από τους οικείους του, η αγάπη του για τα αεροπλάνα. Εκείνη την εποχή δεν υπάρχουν σαφώς αεροπλάνα με τη σημερινή τους μορφή δεδομένου ότι η τεχνολογία δεν έχει αναπτυχθεί αρκετά και λόγω έλλειψης υλικών. Είναι, όμως, η εποχή όπου οι άνθρωποι θέλουν να «πετάξουν», να νιώσουν ελεύθεροι, να δουν τον κόσμο από ένα διαφορετικό υψόμετρο. Συνεπώς, η αεροναυπηγική είναι στα πρώιμα στάδια εξέλιξής της και στη Γαλλία σχεδόν όλοι μιλούν για τα εναέρια κατορθώματα του σχεδιαστή και κατασκευαστή αεροπλάνων, αεροπόρου Λουί Μπλεριό (1872-1936). Όλοι έχουν εντυπωσιαστεί από το κατόρθωμα του Μπλεριό με το μονόπλανό του Μπλεριό ΧΙ. Συγκεκριμένα, είναι ο πρώτος αεροπόρος που διέσχισε τη Μάγχη στις 25 Ιουλίου 1909. Αυτή η ιστορία έχει μαγέψει ήδη το μικρό που θέλει και ο ίδιος να κατακτήσει τους ουρανούς. Έτσι, το 1912, κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών του στη Ρον-Αλπς, επισκέπτεται συχνά με το ποδήλατό του το αεροδρόμιο Αμπεριέ-αν-Μπιζέ και θέτει συνεχώς ερωτήσεις στους μηχανικούς. Καταφέρνει να πείσει τον πιλότο Γκαμπριέλ Σαλβέζ ότι έχει την άδεια της μητέρας του για να πετάξει πρώτη φορά. Με αυτό τον τρόπο ο Αντουάν βρίσκεται για λίγα λεπτά, ψηλά στον ουρανό, εκεί όπου λίγοι άνθρωποι έχουν φθάσει μέχρι εκείνη τη στιγμή και εκεί όπου πολλοί επιθυμούν να φθάσουν!
Δύο χρόνια μετά ξεσπά ο Ά Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918) και η μητέρα του Αντουάν γίνεται στρατιωτική νοσοκόμα. Παράλληλα, οι δυο γιοι της, ο Αντουάν και ο Φρανσουά, είναι εσώκλειστοι μαθητές στο κολλέγιο των Ιησουιτών Νοτρ-Νταμ ντε Μονγκρέ. Οι βαθμοί του Αντουάν δείχνουν ότι δεν είναι πολύ καλός μαθητής, αλλά οι εκθέσεις του αποκαλύπτουν σιγά σιγά το λογοτεχνικό του ταλέντο. Όμως, η μητέρα τους αντιλαμβάνεται ότι οι γιοι της δεν περνούν ευχάριστες στιγμές στο συγκεκριμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα και αποφασίζει να τους μεταφέρει σε ένα θρησκευτικό σχολείο αρρένων στο Βρίμπουργκ της Ελβετίας. Πρόκειται για ένα σχολείο το οποίο επικεντρώνεται στους τρόπους μέσα από τους οποίους μπορούν να επηρεάσουν θετικά τη δημιουργικότητα των μαθητών. Εκεί, ο Αντουάν αποκτά νέους φίλους όπως τον Λουί ντε Μπονεβί (1900-1927), τον Λαρκ Σαμπράν και τον Σαρλ Σαλ.

Lyon Saint-Exupéry Immeuble
Οικία του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ στη Λυών

Όμως, ένα τραγικό γεγονός πλησιάζει και τα ανεξίτηλα σημάδια του θα μείνουν για πάντα χαραγμένα στην ψυχή της οικογένειας του Αντουάν. Το 1917 ο Αντουάν καταφέρνει να πάρει το απολυτήριο αλλά σύντομα αυτή η επιτυχία θα επισκιαστεί. Συγκεκριμένα, ο μικρός του αδερφός, ο οποίος πάσχει από ρευματισμούς στις αρθρώσεις, φεύγει από τη ζωή στην ηλικία των 15 ετών έπειτα από περικαρδίτιδα. Ο Αντουάν θλίβεται ανεπανόρθωτα από το χαμό του αδερφού του και βρίσκεται ξαφνικά σε μία θέση όπου κανένα παιδί δε πρέπει να βρίσκεται. Από έφηβος αναγκάζεται να γίνει ένας ενήλικας που στηρίζει τη μητέρα του και τα αδέρφια του σε αυτές τις δύσκολες στιγμές που ζουν.
Παρά την οικογενειακή τραγωδία, προσπαθεί να αποκτήσει τα κατάλληλα εφόδια για το μέλλον του. Το 1918 γνωρίζει τη Γαλλίδα συγγραφέα Λουίζ ντε Βιλμοράν (1902-1969) και αρχίζει να ασχολείται με τη ρομαντική ποίηση. Δίνει δύο φορές εξετάσεις, με αρχή το 1919, για να μπει στη Ναυτική Ακαδημία αλλά δεν τα καταφέρνει. Κάποιοι θα πουν ότι η αποτυχία του είναι προσωπική απόφαση αφού εκπλήσσονται με τη χαμηλή βαθμολογία στα λογοτεχνικά μαθήματα. Στρέφει το ενδιαφέρον του προς την αρχιτεκτονική και μπαίνει στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού. Ακόμα μια φορά, όμως, δεν καταφέρνει να φέρει εις πέρας τις σπουδές του και τώρα πια είναι έντονο το γεγονός ότι κάτι άλλο τον απασχολεί. Παράλληλα ξεκινά να γράφει ποιήματα τα οποία αντανακλούν τη μελαγχολία του, τον εσωτερικό του πόνο, τα πιθανά γιατί που πολιορκούν τη σκέψη του.
Το 1921 ξεκινά τη στρατιωτική του θητεία ως σμηνίτης μηχανικός στο 2η Πτέρυγα Αεροπορίας στο Στρασβούργο. Η αγάπη του για τα αεροπλάνα είναι τόσο έντονη που ξεκινά τα μαθήματα για να γίνει πιλότος και τελικά το καταφέρνει. Εντυπωσιάζει συνεχώς με τις δεξιότητές του αλλά ίσως και με κάποιες απερισκεψίες τους ανωτέρους του που τον δίνουν το προσωνύμιο «Ακουμπώ τον ουρανό». Μετά από εκπαίδευση, που παρακολούθησε στην Αβόρντ, πηγαίνει στο Παρίσι έχοντας το βαθμό του υποσμηναγού ενώ λίγους μήνες μετατίθεται στην 37η Πτέρυγα στη Καζαμπλάνκα. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς επιλέγει να καταταχθεί στη 34η Πτέρυγα στο Μπουρζέ ως έφεδρος υποσμηναγός.
Δύο χρόνια μετά, το 1923, ο Αντουάν έχει το πρώτο του ατύχημα με το αεροπλάνο και αυτό θα έχει ως συνέπεια, λόγω κρανιακών κακώσεων, να μη μπορέσει να πετάξει για μεγάλο χρονικό διάστημα και να επακολουθήσει η αποστράτευσή του. Εκείνος προσπαθεί να καταταχθεί και πάλι αλλά η αρραβωνιαστικιά του Λουίζ ντε Βιλμοράν δεν του το επιτρέπει. Ξεκινάει μια δύσκολη περίοδος για τον πιλότο που δε μπορεί να ξαναβρεθεί ελεύθερος στο απέραντο γαλάζιο του ουρανού και να ταξιδέψει με τις σκέψεις του μπαίνοντας στο δικό του προσωπικό κόσμο.
Όντας βυθισμένος σε κατάθλιψη, το νεαρό ζευγάρι δεν αντέχει τη συγκεκριμένη πίεση και διαλύουν τον αρραβώνα τους. Εκείνος προσπαθεί να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα και ενασχολείται με διάφορες δουλειές, όπως αντιπρόσωπος εταιρείας που κατασκευάζει φορτηγά, χωρίς όμως να υπάρχει η προοπτική επιτυχίας. Ο μόνος τρόπος διαφυγής του είναι η συγγραφή και το 1924 γράφει το μυθιστόρημα «Μανόν, χορεύτρια» το οποίο θα εκδοθεί πολλά χρόνια μετά το θάνατό του και πιο συγκεκριμένα το 2007 από τις εκδόσεις Γκαλιμάρντ. Το συγγραφικό του έργο δείχνει ένα διαφορετικό τρόπο γραφής που εντυπωσιάζει λογοτέχνες εκείνης της εποχής όπως τον Ζαν Πρεβόστ (1901-1944) και τον Αντρέ Ζιντ (1869-1951). Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα, περισσότερο αυτοβιογραφικού χαρακτήρα που παρουσιάζει τα νεανικά χρόνια του Αντουάν κατά τη διάρκεια της ζωής του στο Παρίσι. Είναι ένα αμάγαλμα αφήγησης και ποίησης μέσα από το οποίο αναβλύζουν ποικίλα συναισθήματα καθώς ο δημιουργός περιγράφει τις μελλοντικές σχέσεις του βασικού πρωταγωνιστή με τις γυναίκες. Το επόμενο χρόνο ένα διαφορετικό έργο αποκαλύπτει την ευαίσθητη ψυχή του πιλότου που δε μπορεί να φθάσει στον ουρανό καθώς γράφει το ποίημα «Το φεγγάρι».
Το 1926 όλα αλλάζουν για τον Αντουάν ο οποίος βρίσκεται και πάλι στους ουρανούς δουλεύοντας για την Λάτεκερ (γενική αεροταχυδρομική εταιρεία) που πραγματοποιεί ταχυδρομικές πτήσεις και ο ίδιος έχει το δρομολόγιο Τουλούζ-Ντακάρ. Παράλληλα συνεχίζει τη συγγραφική του δραστηριότητα γράφοντας τη νουβέλα «Ο αεροπόρος» την οποία δημοσιεύει στο περιοδικό Le navire d’argent. Η νέα του δουλειά του δίνει τη δυνατότητα να δημιουργήσει ισχυρούς δεσμούς φιλίας με τους αεροπόρους Ζαν Μερμόζ (1901-1936) και Ανρί Γκυγιωμέ (1902-1940).
Το 1927, ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ εγκαταλείπει τη Γαλλία και πηγαίνει στο Μαρόκο αφού γίνεται σταθμάρχης της εταιρείας Λάτεκερ στη περιοχή Καπ Ζουμπί. Εκεί έχει τη δυνατότητα να γνωρίσει νέους πιλότους της συγκεκριμένης εταιρείας, που εκτελούν το δρομολόγιο Καζαμπλάνκα-Ντακάρ και που έρχονται εκεί για ανεφοδιασμό, να συζητήσει μαζί τους και να ακούσει τις ιστορίες τους. Η ομαλή λειτουργία της Λάτεκερ όπως και η μετέπειτα επιτυχία της βασίζονται αποκλειστικά στον Αντουάν, ο οποίος αυτή τη φορά δεν στεναχωριέται επειδή δεν πετάει πια αφού έχει τη δυνατότητα να ανακαλύψει τα μυστικά της ερήμου.
Δύο χρόνια μετά, το μυθιστόρημα του με τον τίτλο «Ο αεροπόρος του νότου» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γκαλιμάρντ. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα όπου συναντάμε τους Αντουάν και Λουίζ ντε Βιλμοράν μέσα από τον πρωταγωνιστές Ζακ Μπερνί και Ζενεβιέβ. Ο Ζακ είναι ένας πιλότος της εταιρείας Λάτεκερ που μεταφέρει την αλληλογραφία από την Τουλούζ στην Καζαμπλάνκα και στο Ντακάρ. Μέσα από αυτόν, ο Αντουάν περιγράφει τη μοναχικότητα των πιλότων που βρίσκονται ελεύθεροι στον ουρανό και ταυτόχρονα αποκομμένοι από όλους. Επιπλέον, μας παρουσιάζει τους κινδύνους ενός τέτοιου ταξιδιού όπως ένα ατύχημα εξαιτίας μηχανικής βλάβης ή ο επικείμενος θάνατος. Ο μοναχικός Ζακ ακολουθεί τη Ζενεβιέβ η οποία είναι παντρεμένη σε ένα μοντέλο ζωής αλλά αυτά που εκείνος αποζητά δεν ανταποκρίνονται στις επιθυμίες της και τελικά εκείνη φεύγει.

Την ίδια χρονιά, παρά το γεγονός ότι ο λογοτεχνικός κόσμος γνωρίζει το ταλέντο του, ο Αντουάν δεν εγκαταλείπει τη δουλειά του. Αντιθέτως, μεταφέρεται στη Παταγωνία με τους δύο φίλους του Μερμόζ και Γκυγιωμέ για να βοηθήσουν στην εξάπλωση της νέας αερογραμμής της Λάτεκερ.

exupery- toulouse france
Ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ στην Τουλούζ της Γαλλίας, 1933

Όμως, οι συγγραφικές του ανησυχίες είναι αρκετά έντονες και το 1930 εμπνέεται από διάφορους ποιητές για να γράψει δικά του ποιήματα. Παράλληλα γίνεται διευθυντής της αεροπορικής εταιρείας όπου εργάζεται με έδρα τώρα την Αργεντινή. Εκείνη τη χρονιά, γνωρίζει μια γυναικεία ύπαρξη που θα σαγηνεύσει το μυαλό και τη ψυχή του. Βρίσκεται στο Μπουένος Άιρες και συναντά την Κονσουέλο Σουνσίν (1901-1979). Πρόκειται για μια καλλιτέχνη που ασχολείται με τη γλυπτική, τη ζωγραφική ενώ κατά καιρούς εκφράζει τις σκέψεις της μέσω της συγγραφής. Ο Αντουάν και η Κονσουέλο γνωρίζονται μετά από παρότρυνση του συγγραφέα Μπενζαμίν Κρεμιέ (1888-1944) όταν εκείνη βρίσκεται στην Αργεντινή μετά από πρόσκληση του Προέδρου Δημοκρατίας. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες που ενώνονται με τα δεσμά του γάμου στο δημαρχείο της Νίκαιας στις 22 Απριλίου 1931. Εκείνη ασχολείται με τη κοσμική ζωή και εκείνος αρκετά συχνά θέτει τη ζωή του σε κίνδυνο λόγω της υπερβολικής του αγάπης για τα αεροπλάνα. Περνούν μεγάλο χρονικό διάστημα χώρια για ποικίλους λόγους αλλά αυτό δεν αποτελεί αιτία χωρισμού.
Στα τέλη του 1931, ο Αντουάν εκδίδει το μυθιστόρημα που θα του χαρίσει μεγάλη δημοσιότητα. Πρόκειται για το βιβλίο «Η νυχτερινή πτήση» που κυκλοφορεί για πρώτη φορά από τις εκδόσεις Γκαλιμάρντ. Η ιστορία του μυθιστορήματος είναι εμπνευσμένη από την αληθινή ζωή του Αντουάν κατά τη διάρκεια της δουλειάς του στην Αεροποστάλ, όνομα που έχει υιοθετήσει η Λάτεκερ. Η πλοκή του έργου λαμβάνει χώρα στη Νότια Αμερική όπου συναντάμε τον Ριβιέρ και τους πιλότους του. Εκείνος προσπαθεί, υιοθετώντας την απολυτότητα, να τους εξηγήσει την ευθύνη που έχουν οι πιλότοι ως προς τη μεταφορά του φορτίου. Σκοπός του συγγραφέα είναι να αναδείξει τη μοναχικότητα του συγκεκριμένου επαγγέλματος και παράλληλα να παρουσιάσει τις ηθικές αρχές που πρέπει να έχει κάθε πιλότος όπως έχει ο ίδιος. Επομένως, προσπαθεί να δείξει στο αναγνωστικό κοινό ότι κάθε πιλότος έχει υποχρέωση προς τον άνθρωπο που περιμένει να παραλάβει την αλληλογραφία του, ότι κάθε πιλότος δεν πετά για να είναι ελεύθερος αλλά για να βοηθήσει το συνάνθρωπό του.
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα τραβά το ενδιαφέρον του λογοτέχνη Αντρέ Ζιντ που το προλογίζει μόλις κυκλοφορεί στην αγορά. Επιπλέον, του απονέμεται το λογοτεχνικό βραβείο Φέμινα την ίδια χρονιά και πρόκειται για την επίσημη αναγνώριση του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ ως λογοτέχνη. Το συγκεκριμένο λογοτεχνικό βραβείο δημιουργήθηκε το 1904 ως ανταπάντηση στο βραβείο Γκονκούρ. Απονέμεται σε λογοτέχνη που γράφει σε ποίηση ή σε πρόζα τη πρώτη Τετάρτη του Νοεμβρίου από έναν κριτή που είναι γυναίκα.
Το 1932 ο Αντουάν αποφασίζει να φύγει από την εταιρεία Αεροποστάλ η οποία έχει εξαγοραστεί από την Αιρ Φρανς. Γνωρίζει ότι αυτή η απόφασή του μπορεί να έχει οικονομικές συνέπειες για εκείνον και τη σύζυγό του αλλά πιστεύει ότι θα βρει λύση. Αυτή τη φορά, ασχολείται περισσότερο με τη συγγραφή και παράλληλα μπαίνει στο χώρο της δημοσιογραφίας. Ωστόσο δεν εγκαταλείπει τα αεροπλάνα, αφού παραμένει δοκιμαστικός πιλότος ή πιλότος επιδρομής.
Ως δημοσιογράφος πια, ξεκινά να κάνει διάφορα ταξίδια ανάλογα με τις υποθέσεις που του αναθέτει η εφημερίδα Παρί-Σουάρ την οποία διευθύνει από το 1930 ο φίλος του Ζαν Πρεβόστ. Έτσι, πηγαίνει πρώτα στο Βιετνάμ και έπειτα στη Μόσχα. Το 1935, όμως, ξαναμπαίνει σε αεροπλάνο θέλοντας να σπάσει το ρεκόρ του Αντρέ Ζαπύ (1904-1974) ο οποίος είχε κάνει τη διαδρομή Παρίσι-Σαϊγκόν σε τρεις μέρες και 15 ώρες. Μια μηχανική βλάβη δεν του επιτρέπει να πραγματοποιήσει το στόχο του και το αεροπλάνο συντρίβεται στην Λυβική έρημο της Σαχάρας. Ο Αντουάν και ο Ζαν καταφέρνουν να ζήσουν από θαύμα. Περιπλανιούνται στην έρημο τρώγοντας πορτοκάλια, φράουλες και σοκολάτα. Όμως, λόγω έλλειψης νερού, αφυδατώνονται γρήγορα και ξεκινούν οι παραισθήσεις. Μετά από τέσσερις μέρες, τους βρίσκει ένας βεδουίνος και τους σώζει από σίγουρο θάνατο.
Το 1936, ταξιδεύει στην Ισπανία για να καλύψει ως δημοσιογράφος τον εμφύλιο πόλεμο αλλά δε μπορεί να κρατήσει ουδέτερη άποψη. Αντιθέτως, παρουσιάζει όλες τις βιαιοπραγίες και στρέφεται ενάντια στον Ισπανό δικτάτορα Φρανθίσκο Φράνκο (1892-1975). Παράλληλα, συγκεντρώνει μαρτυρίες και παρατηρώντας την επικρατούσα κατάσταση ξεκινά να αναλογίζεται την ανθρώπινη υπόσταση.
Τρία χρόνια μετά, συγκεντρώνει όλες τις αναμνήσεις του από τα ταξίδια που έχει πραγματοποιήσει μέχρι εκείνη την εποχή και ξαναμπαίνει στο λογοτεχνικό κόσμο με ένα νέο μυθιστόρημα το οποίο εκδίδεται στη Γαλλία με τον τίτλο «Γη των ανθρώπων» και στην Αμερική με τον τίτλο «Αέρας, Άμμος και Αστέρια». Ο Αντουάν δίνει στο κοινό του μια ιστορία που είναι ξεκάθαρα αυτοβιογραφική αφού περιγράφει τη ζωή του όταν δούλευε στην Αεροποστάλ καθώς και τη τραγική εμπειρία που παραλίγο να τον οδηγήσει στο θάνατο όταν το αεροπλάνο του συνετρίβη στην έρημο Σαχάρα. Ο Αντουάν θέλοντας να μιλήσει για τη δυνατή φιλία που έχει αναπτύξει με τους συναδέλφους του Μερμόζ και Γκιγιωμέ ξεκινά το βιβλίο λέγοντας: «Ανρί Γκιγιωμέ, σύντροφέ μου, σου αφιερώνω αυτό το βιβλίο». Εκείνη τη χρονιά ο Αντουάν λαμβάνει το μεγάλο βραβείο μυθιστορήματος, ένα λογοτεχνικό βραβείο που απονεμηθεί για πρώτη φορά το 1915 από τη Γαλλική Ακαδημία και το οποίο από τότε απονέμεται κάθε Οκτώβρη.
Την 1η Σεπτεμβρίου 1939 κηρύσσεται ο ΄Β Παγκόσμιος Πόλεμος (1939-1945) στην Ευρώπη και ο Αντουάν βρίσκεται στην Αμερική η οποία είναι ακόμα ουδέτερη ως προς αυτό. Θέλει να συμμετάσχει στον πόλεμο υπηρετώντας στην πολεμική αεροπορία σε αεροπλάνο καταδίωξης. Όμως, η ηλικία του και οι πολλαπλοί τραυματισμοί του δεν το κάνουν εφικτό. Χάρη στο γεγονός ότι είναι ένας από τους καλύτερους πιλότους εκείνη τη στιγμή και χάρη στις διασυνδέσεις του καταφέρνει να μπει στη γαλλική Πολεμική Αεροπορία έχοντας τη θέση του Σμηναγού Αναγνώρισης. Εκτελεί διάφορες αποστολές αναγνώρισης ξεκινώντας πάντα από τη πόλη Ρενς όπου είναι η βάση και έτσι έχει την ευκαιρία να παρατηρήσει τις κινήσεις της γερμανικής απειλής αλλά και τις ελλείψεις της γαλλικής κυβέρνησης. Το 1940 τιμάται με το Σταυρό Πολέμου, το γαλλικό στρατιωτικό παράσημο, επειδή κατάφερε να σώσει τους συνεπιβάτες του κατά τη διάρκεια μιας αναγνωριστικής πτήσης στο Αρράς.
Ο γερμανικός στρατός έχει ήδη καταφέρει να νικήσει τους Άγγλους, τους Γάλλους και τους Βέλγους παρά τη σθεναρή τους αντίσταση. Έτσι, κατορθώνει να εισβάλλει στο Παρίσι και η γαλλική κυβέρνηση δε δέχεται τις προτάσεις της Αγγλίας και της Αμερικής για συνεργασία. Αμέσως παραιτούνται ο Πρόεδρος της χώρας Αλμπέρ Λεμπρέν και ο Πρωθυπουργός Πωλ Ρεϊνώ (1878-1966), τους οποίους διαδέχεται ο Γάλλος στρατάρχης και γνωστός για τα ηρωικά του κατορθώματα στο Ά Παγκόσμιο Πόλεμο Φιλίπ Πεταίν (1856-1951). Εκείνος, συνθηκολογεί με τη Ναζιστική Γερμανία και γίνεται αρχηγός της Γαλλίας του Βισύ, της περιοχής δηλαδή που έμεινε ελεύθερη μετά την εισβολή του εχθρού. Η νέα γαλλική κυβέρνηση μεταθέτει τον Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ στη πόλη Μπορντώ όπου εκεί ανακαλύπτει ότι νέα αεροπλάνα είναι καθηλωμένα στο έδαφος χωρίς να χρησιμοποιηθούν ενάντια στους Γερμανούς. Η συγκεκριμένη κυβέρνηση προσπαθεί να κερδίσει την υποστήριξη του καλύτερου Γάλλου αεροπόρου και γνωστού πλέον λογοτέχνη καθώς του προσφέρει θέση στη Βουλή. Εκείνος, όμως, δε δέχεται και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να απαγορευθεί η κυκλοφορία των βιβλίων του και να τον εξορίσουν. Τελικά, κατορθώνει να φθάσει στην Αμερική και πιο συγκεκριμένα στην Νέα Υόρκη. Σκοπός του είναι να πείσει τους Αμερικάνους να λάβουν μέρος στο ΄Β Παγκόσμιο Πόλεμο ενάντια στην γερμανική απειλή. Οι ΗΠΑ, όμως, προτιμούν να κρατήσουν ουδέτερη στάση μέχρι το 1941 όπου τελικά μπαίνουν στις Συμμαχικές Δυνάμεις.
Ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ δεν επιστρέφει στη Γαλλία. Παραμένει στη Νέα Υόρκη όπου τον ακολουθεί η σύζυγός του Κοννσουέλο. Εκείνη την εποχή γράφει ένα μυθιστόρημα γραμμένο στα γαλλικά με τον τίτλο «Πιλότος πολέμου» και γραμμένο στα αγγλικά με τον τίτλο «Πτήση προς το Αρράς». Το βιβλίο κυκλοφορεί πρώτα στην Αμερική και έπειτα στη Γαλλία όπου τελικά απαγορεύεται η κυκλοφορία του μετά από τις αντιδράσεις των υποστηρικτών της κυβέρνησης Βισύ και της γερμανικής λογοκρισίας. Το περιεχόμενο του βιβλίου είναι αυτό που στρέφει την ανθρώπινη σκέψη προς το πόλεμο και το ρόλο της ανθρώπινης υπόστασης σε αυτόν καθώς ενημερώνεται για τη πτήση που πραγματοποίησε ο Αντουάν στο Βορρά της Γαλλίας το 1940 με το αεροπλάνο Bloch MB.174.

Saint Exupery exhibit - Air & Space Museum, Le_Bourget, Paris, France
Έκθεμα του Σαιντ-Εξυπερύ, Μουσείο του Αέρα και του Διαστήματος, Αεροδρόμιο «Λε Μπουρζέ», Παρίσι

Έπειτα, πηγαίνει για λίγες εβδομάδες στο Κεμπέκ όπου διαμένει στο σπίτι του φιλοσόφου Σαρλ ντε Κονίνκ (1906-1965). Εκεί, θα δεθεί συναισθηματικά με το γιο του φιλοσόφου αλλά αυτό δε θα τον βοηθήσει να ξεπεράσει τα προβλήματα υγείας που έχει. Συγκεκριμένα, πάσχει από έντονους πόνους λόγω των παλαιότερων τραυμάτων του ενώ το άγχος τον έχει καταβάλει από τον πόλεμο που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Επιστρέφει στη Νέα Υόρκη και εκεί πείθεται από τη Γαλλίδα σύζυγο ενός από τους εκδότες του να γράψει ένα παιδικό βιβλίο. Σκοπός είναι από τη μία ο Αντουάν να καταφέρει να μετριάσει το άγχος του και από την άλλη να δημιουργήσει μια παιδική σειρά βιβλίων ανάλογη με την ηρωίδα Μαίρη Πόππινς, δημιούργημα της Αυστραλίδας συγγραφέα Πάμελα Λύντον Τράβερς (1899-1996). Ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ καταλήγει στη συγγραφή ενός παιδικού βιβλίου το οποίο σήμερα έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 250 γλώσσες και διαλέκτους καθώς και στο Κώδικα Μπράιγ. Θεωρείται επίσης το καλύτερο βιβλίο του 20ου αιώνα στη Γαλλία και παγκοσμίως οι πωλήσεις του φθάνουν σε 250 εκατομμύρια αντίτυπα. Το βιβλίο ονομάζεται «Μικρός Πρίγκηπας» και περιέχει στοιχεία από τη πραγματική ζωή του Αντουάν και πιο συγκεκριμένα από την περιπέτεια που είχε στην έρημο Σαχάρα. Εκεί, συναντάμε τον αφηγητή που πέφτει με το αεροπλάνο του στην έρημο και συναντά ένα μικρό αγόρι, το Μικρό Πρίγκηπα. Ο αφηγητής απαντά σε όλες τις ερωτήσεις του Μικρού Πρίγκιπα ο οποίος του περιγράφει τα ταξίδια του σε άλλους πλανήτες όπου υπάρχουν άνθρωποι με διαφορετικές ιδέες, διαφορετικό σκεπτικό, διαφορετικής νοοτροπίας. Το έργο δίνει την εντύπωση ότι είναι παιδικό καθώς πλαισιώνεται από χρωματιστά σκίτσα που έχει φτιάξει ο Εξυπερύ. Κάθε αναγνώστης συναντά το πρόβατο, την αλεπού, τον ελέφαντα, το τριαντάφυλλο, τους διαφορετικούς πλανήτες και νομίζει ότι έχει μεταφερθεί σε ένα κόσμο όπου υπάρχουν χρώματα, ανεμελιά και ηρεμία. Στη πραγματικότητα, όμως, αυτό το βιβλίο απευθύνεται κυρίως στους ενήλικες καθώς πρόκειται για ένα φιλοσοφικό βιβλίο που περιγράφει την ανθρώπινη υπόσταση και θέτει τον αναγνώστη μπροστά σε βασικά ερωτήματα τα οποία σχετίζονται με ηθικές αρχές, την αγάπη, τη φιλία, την οικογένεια. Ο Αντουάν παρουσιάζει όλα τα ερωτήματα που απασχολούν συνεχώς την σκέψη του και που τον προβληματίζουν μετά το ξέσπασμα του ΄Β Παγκοσμίου Πολέμου όπου οι άνθρωποι στράφηκαν ενάντια στους ανθρώπους. Συνοδοιπόρος σε αυτό το ταξίδι είναι η σύζυγός του Κονσουέλο την οποία συναντάμε όταν βλέπουμε το τριαντάφυλλο. «Ο Μικρός Πρίγκιπας» είναι ένα πλούσιο βιβλίο σε συμβολισμούς το οποίο δίνει διαφορετικά μηνύματα σε κάθε αναγνώστη που απαντούν στην ηλικία που βρίσκεται εκείνη τη στιγμή. Το παιδί εντυπωσιάζεται από το μικρό αγόρι και ταυτίζεται μαζί του, ο έφηβος, ο οποίος βρίσκεται υπό ένα καταιγισμό προσωπικών ερωτημάτων, βρίσκει κάποιες απαντήσεις ή προσπαθεί να απαντήσει νέα ερωτήματα και ο ενήλικας αντιλαμβάνεται ποια είναι υποχρέωσή του προς εκείνον και προς τον συνάνθρωπο.
Μετά την απόβαση των Αμερικάνων στη Βόρεια Αφρική, η οποία πραγματοποιείται το 1943, ο Εξυπερύ αποφασίζει να λάβει ενεργό ρόλο στο ΄Β Παγκόσμιο Πόλεμο με τις μοναδικές ικανότητές του ως πιλότος. Όμως, στη Γαλλία δε γίνεται αποδεκτός λόγω της ηλικίας του και της βεβαρημένης υγείας του. Παράλληλα, υπάρχει η εσωτερική διαμάχη του λαού αφού έχουν χωριστεί σε γκωλικούς, δηλαδή σε υποστηρικτές του Γάλλου Στρατηγού Σαρλ ντε Γκωλ (1890-1970) και αργότερα Πρωθυπουργού της Γαλλίας που είναι ενάντια του γερμανικού ζυγού και σε υποστηρικτές του Πεταίν που έχει ήδη συνθηκολογήσει με τους Γερμανούς. Όμως, ο Αντουάν βρίσκει τον τρόπο να πετάξει πάλι και αυτή τη φορά να μπει στη μάχη έχοντας την υποστήριξη του του Αρχιστράτηγου και μετέπειτα Προέδρου της Αμερικής Ντουάιτ Αϊζενχάουερ (1890-1969). Ενσωματώνεται στους πιλότους της Ελεύθερης Γαλλικής Αεροπορίας και τοποθετείται στη Τυνισία. Το συγκεκριμένο αεροπορικό σώμα ιδρύθηκε από τον Σαρλ ντε Γκωλ και αποτελείται από εθελοντές πιλότους των γαλλικών αφρικανικών αποικιών καθώς και από αυτούς που εγκατέλειψαν τη Γαλλία κατά τη συνθηκολόγηση της Κυβέρνησης Βισύ. Σκοπός τους είναι να βοηθήσουν τους Συμμάχους στον Πόλεμο. Πετούν στον ουρανό με αεροπλάνα, που φέρουν, εκτός από τα χρώματα της Γαλλίας, το Σταυρό της Λωρραίνης (ο καθολικός σταυρός με δύο οριζόντιες γραμμές) για να ξεχωρίζουν από τα αεροπλάνα της Κυβέρνησης Βισύ που πολεμούν για τον Άξονα.
Ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ πραγματοποιεί πολλές ώρες πτήσεις με αεροπλάνα F-5 Lightnings και P-38 παρά τις δυσκολίες που έχει λόγω των πόνων του που οφείλονται σε προηγούμενα ατυχήματα. Κάποια στιγμή έχει ένα νέο τραυματισμό μετά την πτώση ενός P-38 που πιλοτάρει και αυτό έχει ως συνέπεια να μείνει εκτός αέρα για αρκετούς μήνες. Μετά την παρέμβαση, όμως, του Στρατηγού Ίρα Κλαρένς Ίκερ (1896-1987) επιστρέφει στα καθήκοντά του. Πραγματοποιεί διάφορες αναγνωριστικές πτήσεις αλλά παράλληλα προσπαθεί να ξεπεράσει τη μελαγχολία που τον βασανίζει αρκετό καιρό. Από τη μία γνωρίζει ότι δε μπορεί να πετάξει με την ίδια ευκολία όπως ήταν νεότερος λόγω των προβλημάτων υγείας και από την άλλη έρχεται αντιμέτωπος με την πρωτοφανή αντιπάθεια του Σαρλ Ντε Γκώλ ενάντια στο πρόσωπό του. Παρά τον προσωπικό του αγώνα ενάντια στους Γερμανούς, ο Στρατηγός τον έχει κατηγορήσει ότι συνεργάζεται με τον εχθρό. Αυτό έχει ως συνέπεια ο Αντουάν να βυθιστεί στο αλκοόλ ή να προσπαθεί να βρει απαντήσεις μέσα από τη συγγραφή του. Έχει ήδη συγγράψει δύο μυθιστορήματα με τους τίτλους «Γράμμα σε έναν όμηρο» και το «Κάστρο» τα οποία δεν έχουν εκδοθεί ακόμα.
Η Μοίρα 2/33 στην οποία ανήκει έχει ήδη μεταφερθεί στη Κορσική Στην ένατη κατά σειρά αναγνωριστική αποστολή του στις 31 Ιουλίου 1944 παραδίδει τα γραπτά του στο διοικητή του Ρενέ Γκαβουάλ και επιβιβάζεται στο αεροπλάνο F-5B που είναι ένα τροποποιημένο P-38. Του έχει ανατεθεί να κάνει χαρτογράφηση της περιοχής πριν την αποβίβαση στη Προβηγκία που έχει προγραμματιστεί για τις 15 Αυγούστου. Μετά από λίγη ώρα, το αεροπλάνο χάνεται από το ραντάρ και κανείς δε μπορεί να πιστέψει ότι έχει συμβεί το μοιραίο. Περιμένουν αλλά ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ δε δίνει κανένα σημάδι ζωής. Κηρύσσεται αγνοούμενος και λίγο καιρό μετά θεωρείται νεκρός παρά το γεγονός ότι δεν βρέθηκε η σωρός του. Τον επόμενο χρόνο, θεωρείται επίσημα νεκρός και κάνουν μια τελετή προς τη μνήμη του στο Στρασβούργο.
Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, πολλοί άνθρωποι θα προσπαθήσουν να εξηγήσουν τη μυστηριώδη εξαφάνιση του. Ο διοικητής του θα μιλήσει για πιθανή αυτοκτονία ενώ κατά καιρούς θα δοθούν διάφορες μαρτυρίες σχετικά με ην εξαφάνιση του συγκεκριμένου αεροπλάνου όπως το 1950, το 1972 και το 1990. Το 1998 ο ψαράς Ζαν-Κλωντ Μπιάνκο από τη Μασσαλία βρίσκει ένα βραχιόλι το οποίο αποδεικνύεται ότι ανήκε στον Αντουάν. Το φορούσε την ημέρα του θανάτου του και του το είχε κάνει δώρο η γυναίκα του. Εκεί θεωρήθηκε ότι μάλλον βρίσκονταν τα συντρίμμια από το αεροπλάνο του και τελικά τα ανέσυραν το Σεπτέμβριο του 2003. Λίγες μέρες μετά αναγνωρίστηκαν επίσημα ως μέρη του αεροσκάφους που πέταξε για τελευταία φορά με πιλότο τον Αντουάν.
Παρά το γεγονός ότι βρέθηκαν προσωπικά αντικείμενα και μέρη του αεροσκάφους; κανείς δε μπορεί να εξηγήσει επίσημα τί ακριβώς έγινε λίγες ώρες πριν συμβεί το μοιραίο. Ο Αντουάν, που τόσο επιθυμούσε να είναι ψηλά στον ουρανό, μακριά από όλους και όλα, έβαλε τέλος στη ζωή του, έχασε τη ζωή του λόγω κάποιου προβλήματος υγείας ή χτυπήθηκε από κάποιο γερμανικό αεροπλάνο; Το γρίφο έρχεται να λύσει το 2008 ο Γερμανός πιλότος Χορστ Ρήπερτ όταν δηλώνει στο περιοδικό Λα Προβένς ότι στις 31 Ιουλίου 1944 κατέρριψε ένα αεροπλάνο ίδιο με εκείνο του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ στο σημείο που ο Γάλλος πιλότος έκανε την αναγνωριστική του πτήση. Δηλώνει, επίσης, ότι δε θα είχε ρίξει το αεροσκάφος αν ήξερε ότι ο πιλότος του ήταν ο συγκεκριμένος συγγραφέας που τόσο εκτιμούσε.

Le petit prince
Ο Μικρός Πρίγκιπας

Ενώ ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ είχε σύντομη ζωή, κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι συνεχίζει να ζει ανάμεσά μας μέσα από το λογοτεχνικό του έργο αλλά και μέσα από την συνεισφορά του στο ΄Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Αρχικά, μετά το θάνατό του δημοσιεύθηκαν πολλά από τα μυθιστορήματά του. Πιο συγκεκριμένα, το 1944 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γκαλιμάρ το σύντομο λογοτεχνικό έργο 24 σελίδων «Γράμμα σε έναν όμηρο» το οποίο περιέχει τις περιπέτειες του Αντουάν σε διάφορες χώρες ενώ περιλαμβάνει αναφορές στο φίλο του Γάλλο συγγραφέα και δημοσιογράφο Λεόν Γουερτ (1878-1955) που, το 1940, είχε βρει καταφύγιο στη γαλλική περιοχή Ζυρά επειδή ήταν Εβραίος. Το 1946 θα κυκλοφορήσει για πρώτη φορά στη Γαλλία «Ο Μικρός Πρίγκιπας» ενώ το 1948 ο Αντουάν θα τιμηθεί για τον αγώνα του υπέρ της Γαλλίας κατά τη διάρκεια του ΄Β Παγκοσμίου Πολέμου και το όνομά του θα είναι ανάμεσα σε αυτούς που σκοτώθηκαν για τη πατρίδα τους με τη τιμητική αναφορά «Νεκρός για τη Γαλλία». Το 1948 οι εκδόσεις Γκαλιμάρ θα παρουσιάσουν στο λογοτεχνικό κοινό το ημιτελές μυθιστόρημα του Αντουάν με τον τίτλο «Κάστρο». Θα τυπωθεί με τη δακτυλογραφημένη μορφή που του είχε δώσει ο ίδιος ο συγγραφέας σε μια προσπάθεια να παρουσιάσει τις σκέψεις του για τον άνθρωπο. Οι απόψεις του σχετικά με το Θεό, τη δημιουργία, την οικογένεια, την ανθρώπινη σωτηρία θα ξεδιπλωθούν σε αυτές τις σελίδες. Το 1953 θα γίνει η πρώτη έκδοση ενός έργου με τον τίτλο «Γράμματα νιότης» του οποίου η συγγραφή έγινε κατά τη διάρκεια των ετών 1923-1931. Την ίδια χρονιά οι εκδόσεις Γκαλιμάρ εκδίδουν ένα έργο του Αντουάν το οποίο ο ίδιος δε σκόπευε πιθανώς να παρουσιάσει στο κοινό του. Πρόκειται για το «Καρνέ» το οποίο περιέχει όλες τις σκέψεις του συγγραφέα μετά από ταξίδια, συζητήσεις με φίλους ή στρατιωτικές αποστολές. Τον βλέπουμε να συνομιλεί με τον εαυτό του και εκεί ανακαλύπτουμε την ευαίσθητη ανθρώπινη ψυχή του προσώπου που προσπαθεί να κατανοήσει τα όσα συμβαίνουν γύρω του. Δύο χρόνια μετά, το λογοτεχνικό κοινό ανακαλύπτει την απεριόριστη αγάπη του Αντουάν προς τη μητέρα του αφού δημοσιεύεται η αλληλογραφία του με εκείνη κατά τη διάρκεια των ετών 1910-1936 με τον τίτλο «Γράμματα στη μητέρα του». Το 1956 δημοσιεύεται το μυθιστόρημα «Ένα νόημα στη ζωή» και το 1982 οι αναγνώστες του θα μάθουν όλες τις σκέψεις του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ κατά τη διάρκεια του ΄Β Παγκοσμίου Πολέμου με την έκδοση των κειμένων που συνέταξε τη χρονική περίοδο 1939-1944 και που φέρουν τώρα τον τίτλο «Γραπτά πολέμου». Το 2008 οι εκδόσεις Γκαλιμάρ έχουν στη διάθεσή τους μια προσωπική αλληλογραφία του Αντουάν με μια νέα κοπέλα που δούλευε στον Ερυθρό Σταυρό και τα δημοσιεύει με τον τίτλο «Γράμματα στην άγνωστη».
Ωστόσο, οι αναγνώστες του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ μπορούν να θαυμάσουν κάποια από τα έργα του στη μεγάλη οθόνη. Το πρώτο είναι η «Νυχτερινή πτήση» που προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1933. Λίγα χρόνια μετά, έγραψε το σενάριο για τη ταινία «Αν-Μαρί» που προβάλλεται για πρώτη φορά το 1936. Παράλληλα ένα από τα έργα του, το οποίο είναι πάντα επίκαιρο και το οποίο εντυπωσιάζει ανθρώπους διαφορετικής καταγωγής, είναι «Ο Μικρός Πρίγκιπας» δεδομένου ότι υπάρχει σε ακουστική μορφή για το ραδιόφωνο, σε διάφορες ηχητικές μορφές αλλά και σε κινούμενα σχέδια. Θα γίνει, επίσης, τηλεοπτική σειρά, τηλεταινία, θα μεταφερθεί πολλές φορές στη μεγάλη οθόνη με την πρόσφατη αμερικάνικη παραγωγή του 2015. Δεδομένου ότι το συγκεκριμένο μυθιστόρημα αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο, θα δημιουργηθεί στη Γαλλία η Μπουτίκ «Ο Μικρός Πρίγκιπας» που θα παρέχει στο αγοραστικό κοινό από στυλό μέχρι ρούχα τα οποία θα απεικονίζουν τους χαρακτήρες του έργου.
Ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ δε μπορεί να ξεχαστεί καθώς τα χρόνια περνούν αφού υπάρχουν δρόμοι στη Λυών, στο Παρίσι, στο Μόντρεαλ, στο Βέλγιο και πολλοί άλλοι από όπου πέρασε κατά τη διάρκεια της ζωής του οι οποίοι φέρουν το όνομά του. Επιπλέον, υπάρχουν στήλες προς τη μνήμη του μεγάλου αεροπόρου στο αεροδρόμιο Μπαστία της Κορσικής, στις κατοικίες όπου διέμεινε στο Παρίσι και στο Κεμπέκ. Επιπλέον, η Αεροποστάλ έχει φτιάξει ένα μνημείο για να τιμήσει το συγκεκριμένο ελεύθερο πιλότο στη πόλη Ταρφάγια στο Μαρόκο. Το όνομά του φέρουν ακόμα κινηματογράφοι, εστιατόρια και βιβλιοθήκες. Πολλά εκπαιδευτικά ιδρύματα δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τόσο στη Γαλλία όσο και στο εξωτερικό όπως στη Χιλή, στη Μαδρίτη, στη Ρουάντα, έχουν, επίσης, το όνομά του. Επιπλέον, υπάρχουν αγάλματα ή προτομές του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ αλλά και του Μικρού Πρίγκιπα σε διάφορες γαλλικές πόλεις όπως στο Παρίσι και στη Λυών. Τα πρόσωπά τους απεικονίστηκαν, επίσης, σε γαλλικά χαρτονομίσματα και σε γραμματόσημα. Το 2000 το αεροδρόμιο της Λυών μετονομάστηκε σε αεροδρόμιο της Λυών-Σαιντ-Εξυπερύ ενώ ο κλάδος αεροναυτικής του Ινστιτούτου τεχνολογικής έρευνας στη Τουλούζ ονομάστηκε, επίσης, Σαιντ-Εξυπερύ.
Αν ταξιδέψουμε σε όλα τα μέρη, που επισκέφθηκε ο Αντουάν ντε Σαινττ-Εξυπερύ, είναι σίγουρο ότι θα δούμε το όνομά του σε κάποια πλατεία ή σε κάποιο δρόμο που δεν αναφέρεται σε κάποια βιβλιογραφία. Προς το παρόν, όμως, μπορούμε να μάθουμε περισσότερα για τη ζωή του αν επισκεφθούμε το Μουσείο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ που εδρεύει στην περιοχή Αιν όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια. Αν, πάλι, θέλουμε να δούμε ό,τι απέμεινε από το τελευταίο ταξίδι του, δεν έχουμε παρά να επισκεφθούμε το Μουσείο του Αέρα και του Διαστήματος που βρίσκεται στο αεροδρόμιο Μπουρζέ και είναι το πιο σημαντικό γαλλικό μουσείο αεροναυτικής. Παράλληλα μπορούμε να προτείνουμε σε κάποιο νέο που λατρεύει τα αεροπλάνα και που θέλει να γίνει κάποια μέρα πιλότος να επισκεφθεί το ίδρυμα Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ που δημιουργήθηκε τον 2009 και που απευθύνεται κυρίως σε νέους. Αν, πάλι, θέλουμε να αποκτήσουμε περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή του, μπορούμε να κάνουμε μια διαδικτυακή έρευνα στην επίσημη ιστοσελίδα για τον συγγραφέα ή να περάσουμε ατελείωτες ώρες διαβάζοντας τα προσωπικά του έγγραφα που διατίθενται από τα γαλλικά αρχεία.
Λέγεται ότι ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, σαν πιλότος, προτιμούσε να χάνεται στα σύννεφα του ουρανού και να μένει μόνος του με τις σκέψεις του. Όμως, σαν συγγραφέας δεν ήταν ποτέ μόνος καθώς συνομιλούσε με τους ανθρώπους λέγοντας ότι «Η εμπειρία μας δείχνει ότι η αγάπη δε συνίσταται στο να κοιτάμε ο ένας τον άλλο, αλλά στο να κοιτάμε μαζί προς την ίδια κατεύθυνση» και ότι «το ουσιώδες διαφεύγει από τα μάτια, βλέπει κανείς σωστά μόνο με την καρδιά».

Πηγές πληροφοριών:

  • www.wikipedia.org
  • www.commons.wikimedia.org
  • www.lefigaro.fr
  • www.antoinedesaintexupery.com
Seo wordpress plugin by www.seowizard.org.