Μωπασσάν, Γκυ ντε (1850-1893)

Προς τα τέλη του 19ου αιώνα, ένας άνθρωπος διαφορετικός από τους άλλους, μια περίπλοκη προσωπικότητα, μια ευαίσθητη ψυχή έρχεται σε αυτόν τον κόσμο για να μας παρουσιάσει ένα άλλο λογοτεχνικό είδος, δηλαδή το φανταστικό.

Ο Γκυ ντε Μωπασσάν γεννιέται στις 5 Αυγούστου 1850 στο Σεν-Ενφεριέρ. Οι γονείς του Γκυστάβ ντε Μωπασσάν και Λορ Λε Πουατβέν παντρεύονται το 1846. Αποκτούν το δεύτερο γιο τους που ονομάζεται Ερβέ το 1856. Αλλά, οι γονείς του έχουν μια δύσκολη συζυγική ζωή και χωρίζουν οριστικά το 1860. Ο Γκυ περνάει τα παιδικά του χρόνια στο Ετρετά με τη μητέρα του και τον αδερφό του. Ένας ιερέας μονής (αβάς) και η Λορ ασχολούνται με την εκπαίδευση του αγοριού μέχρι την ηλικία των 12 ετών. Έπειτα, γίνεται οικότροφος στο θρησκευτικό κολλέγιο ντ’Υβετό. Το 1868, γράφεται στο λύκειο της Ρουέν όπου ξεκινάει να γράφει στοίχους και να ασχολείται με θεατρικά έργα. Το 1869, παίρνει το  απολυτήριο λυκείου με κατεύθυνση τη φιλολογία. Έπειτα, ξεκινά τις σπουδές του στη Νομική στο Παρίσι τις οποίες εγκαταλείπει μετά το ξέσπασμα του γαλλο-πρωσσιακού πολέμου το 1870.

Το 1871, πηγαίνει το Παρίσι και ξεκινάει μια νέα ζωή. Προσλαμβάνεται, πρώτα, ως κρατικός λειτουργός στο  Υπουργείο Ναυτιλίας και έπειτα μεταφέρεται στο Υπουργείο δημόσιας εκπαίδευσης. Παρά την εργασία του, ασχολείται εντατικά με την συγγραφή. Συγκεκριμένα, γράφει πολύ έχοντας πάντα δίπλα του τον μέντορά του, δηλαδή τον Γκυστάβ Φλωμπέρ (1821-1880) ο οποίος διορθώνει τα γραπτά του. Το 1875, δημοσιεύει το πρώτο του παραμύθι που φέρει τον τίτλο «Το γδαρμένο χέρι» με το ψευδώνυμο  Ζοζέφ Πρυνιέ και το 1876, δημοσιεύει ένα άλλο παραμύθι με τον τίτλο «Με το κανό» και υπογεγραμμένο με το ψευδώνυμο Γκυ ντε Βαλμόν.

Ο Γκυ ντε Μωπασσάν, κάθε Κυριακή, κάνει κανό στον Σηκουάνα ή επισκέπτεται περιοχές όπως τη Μπεζόν ή το Σατού κατά τη διάρκεια των διακοπών. Του αρέσει επίσης το κυνήγι και παρευρίσκεται σχεδόν πάντα στην έναρξη της συγκεκριμένης εποχής. Επιπλέον, περνάει τα βράδια και τις νύχτες του διασκεδάζοντας με κοινές γυναίκες.

Τον Ιανουάριο του 1877, γίνεται διάγνωση ότι πάσχει από σύφιλη. Ο νεαρός συγγραφέας δίνει την εντύπωση ότι δεν ανησυχεί για αυτό δεδομένου ότι γράφει στο φίλο του Ρομπέρ Πινσόν: «Έχω σύφιλη, συνεπώς, δεν φοβάμαι να την κολλήσω». Εντωμεταξύ, δεν σταματά μα συχνάζει σε λογοτεχνικά σαλόνια εφόσον γνωρίζει πολλούς συγγραφείς της εποχής του. Γίνεται επίσης μέλος της ομάδας Μεντάν που αποτελείται από συγγραφείς όπως τον Εμίλ Ζολά (1840-1902).

Το 1879, δημοσιεύει το πρώτο του βιβλίο με τον τίτλο «Ιστορία του παλιού καιρού» ενώ γράφει αρκετά μυθιστορήματα, νουβέλες και παραμύθια κατά τη διάρκεια της περιόδου 1881-1886. Σχεδόν όλα του τα βιβλία μαρτυρούν την στράτευσή του στο ρεαλισμό παρά το γεγονός ότι ξεκίνησε ως οπαδός του νατουραλισμού.

Το 1881, η πρώτη του συλλογή με μυθιστορήματα με τον τίτλο «Ο οίκος Τελιέ» εμφανίζεται υπό τις εκδόσεις του Βικτόρ Αβάρ. Αλλά, λόγω κάποιων διαφωνιών, το συμβόλαιο του Μωπασσάν με τον συγκεκριμένο εκδότη λήγει. Έτσι, ο συγγραφέας υπογράφει ένα νέο συμβόλαιο με τον εδκότη Πωλ Ολεντόρφ (1851-1920).

Λαμβάνοντας τα δικαιώματα από τη συλλογή «Ο οίκος Τελιέ», χτίζει ένα σπίτι στο Εντρά που ονομάζεται «Λα Γκιγιέτ» ή «σπίτι του Γκυ» και στο οποίο πολύ από τους φίλους του συναντώνται το καλοκαίρι. Αλλά, δεν σταματάει τη συγγραφή του και το 1883, δημοσιεύει το πρώτο του μυθιστόρημα με τον τίτλο «Μια ζωή» ή «Η ταπεινή αλήθεια». Ο Μωπασσάν μιλάει σε αυτό για διάφορα θέματα όπως για τη μοιχεία, για τα χρήματα, για την εκπαίδευση των κοριτσιών, για τη θρησκεία, για την ανθρώπινη κακία, για το θάνατο. Κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονιάς, δημοσιεύει ακόμα μια συλλογή που αποτελείται από δώδεκα νουβέλες και που φέρει τον τίτλο «Σεληνόφως». Επιπλέον, γίνεται πατέρας για πρώτη φορά αποκτώντας το γιο του που ονομάζεται Λυσιάν. Το 1884, αποκτά ακόμα ένα παιδί που είναι κορίτσι.

Την επόμενη χρονιά, η φήμη του εξαπλώνεται σε όλο το λογοτεχνικό κόσμο χάρη στην επιτυχία του ρεαλιστικού μυθιστορήματός του με τον τίτλο «Ο Φιλαράκος» σε συνέχειες στις εκδόσεις Ζιλ Μπλα. Λόγω κοινών στοιχείων ανάμεσα στον ήρωα και τον συγγραφέα, πολλά πρόσωπα αναρωτιούνται αν ο Ζωρζ Ντιρουά είναι πράγματι ο συγγραφέας. Ο Μωπασσάν δίνει την προσωπική του απάντηση βασιζόμενος στα λόγια του Γκυστάβ Φλωμπέρ σχετικά με το μυθιστόρημά του «Μαντάμ Μποβαρύ» ότι η «Μαντάμ Μποβαρύ, ήταν εκείνος». Έτσι, λέει ότι «ο Φιλαράκος, είναι εκείνος». Ωστόσο η προσοχή των αναγνωστών προσελκύεται τόσο από τα θέματα που αναλύονται στο έργο όπως η προσωπική γνώμη του Γκυ ντε Μωπασσάν για τον καπιταλισμό ή για την πολιτική ώστε το μυθιστόρημα να επανακτυπωθεί έξι φορές σε τέσσερις μήνες. Μετά από αυτή τη μεγάλη επιτυχία, ο Γκυ αγοράζει ένα ιστιοπλοϊκό που το ονομάζει Φιλαράκο και με το οποίο κάνει μια μεγάλη κρουαζιέρα.

Αλλά η υγεία του επιδεινώνεται όλο και περισσότερο δεδομένου ότι υποφέρει από πονοκεφάλους και κρίσεις άγχους. Έτσι, προσπαθώντας να απαλλαχτεί από αυτά, χρησιμοποιεί αιθέρα και φάρμακα της εποχής του. Επιπλέον, επιλέγει να μην έχει πια μια κοσμική ζωή και απομονώνεται στο σπίτι του γράφοντας. Παρά την οικονομική του δύναμη, ο Γκυ ντε Μωπασσάν ζει στη μοναξιά και στην κατάθλιψη υποφέροντας και από παραισθήσεις. Παρά τα προβλήματά υγείας του, συνεχίζει τη συγγραφή που του επιτρέπει να εκφράζει αυτό που πιστεύει. Επομένως, το 1887, δημοσιεύει το μυθιστόρημά του «Το όρος Οριόλ» στο οποίο μιλάει για εμπόρους και για γιατρούς. Ο σκοπός του είναι να μιλήσει στο κοινό του για μια νέα επιστήμη που αναπτύσσεται στην εποχή του, δηλαδή την ψυχολογία.

Εντωμεταξύ, κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονιάς, δημοσιεύει το σύντομο νατουραλιστικό του μυθιστόρημα με τον τίτλο «Πιερ και Ζαν» το οποίο περιέχει, επίσης, τον πρόλογο που φέρει τον τίτλο «Το μυθιστόρημα». Ο Γκυ ντε Μωπασσάν διευκρινίζει ότι δεν γράφει ρομαντικά, συμβολικά ή νατουραλιστικά μυθιστορήματα. Αντιθέτως, γράφει ρεαλιστικές νουβέλες των οποίων δεν ψάχνει την ψυχολογική εξήγηση αλλά τη λιτότητά τους.

Καθώς ο καιρός περνά, φαίνεται ότι ένα πλάσμα κυριαρχεί τη φαντασία του συγγραφέα. Ονομάζεται Λε Ορλά και παρουσιάζεται για πρώτη φορά χωρίς να οναμάζεται στην νουβέλα «Γράμμα ενός τρελού» που δημοσιεύεται από τις εκδόσεις Ζιλ Μπλα το 1885. Επανεμφανίζεται το 1886 σε μια άλλη νουβέλα με τον τίτλο «Λε Ορλά  (πρώτη εκδοχή)» που δημοσιεύεται επίσης από τις εκδόσεις Ζιλ Μπλα. Αυτή τη φορά, ο Μωπασσάν περιγράφει την ιστορία ενός άρρωστου που καταδιώκεται από το Ορλά. Την επόμενη χρονιά, η συλλογή του που έχει τον τίτλο «Λε Ορλά» και που αποτελείται από δεκατρείς νουβέλες μεταξύ των οποίων «Λε Ορλά (δεύτερη έκδοση)» δημοσιεύεται. Αυτή τη φορά, ο Γκυ ντε Μωπασσάν παρουσιάζει το ημερολόγιο ενός ανθρώπου που είναι στοιχειωμένος από το Ολρά και που καταλήγει να γίνει δολοφόνος και να σκεφτεί να αυτοκτονήσει λόγω της τρέλας του. Είναι η πρώτη φορά που ο Γκυ περιγράφει με ρεαλιστικό τρόπο τις σκέψεις, τα συναισθήματα, το φόβο και τις αποφάσεις ενός ανθρώπου που πιθανώς είναι το θύμα ενός παράλογου κόσμου.

Τα ψυχολογικά προβλήματα δεν εμποδίζουν τον Γκυ ντε Μωπασσάν να γράφει. Το 1889, δημοσιεύει το μυθιστόρημά του «Δυνατός όπως ο θάνατος» στις εκδόσεις Ολεντόφ. Ο συγγραφέας μιλάει για νέους που αγαπιούνται τρελά και για το θάνατο από τον οποίο κανένας δεν ξεφεύγει. Δυστυχώς, είναι η χρονιά που ο αδερφός του Ερβέ πεθαίνει όντας τρελός μετά τον εγκλεισμό του στη ψυχιατρική κλινική της Λυόν.

Ο Γκυ ντε Μωπασσάν έχει εντελώς καταστραφεί και έχει ψύχωση με την ιδέα του θανάτου. Εντωμεταξύ, ο μεγάλος συγγραφέας δημοσιεύει τα τελευταία του έργα δεδομένου ότι δεν σταματάει να γράφει. Το τελευταίο του μυθιστόρημα με τον τίτλο «Η καρδιά μας», μέσα από το οποίο αποχαιρετά όλες τις γυναίκες που γνώρισε κατά τη διάρκεια της ζωής του, δημοσιεύεται, δημοσιεύεται από τις εκδόσεις Ολεντόρφ τον Ιούνιο του 1890.

Ο μεγάλος συγγραφέας αγνοεί εντελώς την αρρώστιά του και ξεκινά την συγγραφή δύο μυθιστορημάτων, το ένα ονομάζεται «Η περίεργη ψυχή» και το άλλο «Λ’Ανζελύ». Αλλά δεν καταφέρνει να τα ολοκληρώσει αφού παραδίδεται στη δύναμη της παράνοιάς του. Συγκεκριμένα, την 1η Ιανουαρίου 1892, κάνει μια απόπειρα αυτοκτονίας με πιστόλη χωρίς επιτυχία. Συνεπώς, κάνει μια νέα απόπειρα όταν σπάει ένα τζάμι για να «ανοίξει το λαιμό του». Επομένως, εισάγεται μετά από πέντε μέρες στην κλινική του γιατρού Μπλανς στο Πασύ.

Ο ευαίσθητος συγγραφέας, που βασανίζεται από την τρέλα ως αποτέλεσμα της σύφιλης, δεν καταφέρνει να ξαναβρεί τον εαυτό του. Μένει παράλυτος για δεκαοχτώ μήνες σε κώμα χωρίς να χάνεται στις νουβέλες του, χωρίς να μπορεί να εκφράσει τις σκέψεις του. Ο Γκυ ντε Μωπασσάν βυθίζεται σε ένα βαθύ ύπνο και κανείς δεν ξέρει αν είνα στοιχειωμένος από τους δαίμονές του ή πιο συγκεκριμένα από το Ορλά του. Αφήνει την τελευταία του πνοή στις 6 Ιουλίου 1893, στις έκτεκα και σαράντα πέντε το πρωί, στο Παρίσι.

Δύο μέρες μετά, αυτός ο ρεαλιστής συγγραφέας ενταφιάζεται στο κοιμητήριο Μονπαρνάς. Ο Εμίλ Ζολά είναι αυτός που εκφωνεί τον επικήδειο για το φίλο του λέγοντας : «[…] Πέρα από τη δόξα του συγγραφέα, θα παραμείνει ως ένας από τους ανθρώπους που υπήρξαν οι πιο ευτυχείς και οι πιο δυστυχείς στη ζωή […].».

Παρά τον απρόσμενο θάνατο αυτού του μεγάλου συγγραφέα, η επιρροή του Γκυ ντε Μωπασσάν είναι εμφανής στα χρόνια που ακολουθούν. Το 1897, ένα μνημείο προς την μνήμη του εγκαινιάζεται στο Πάρκο Μονσώ μετά την πρόταση που έκανε ο Εμίλε Ζολά στην Κοινότητα των ανθρώπων των γραμμάτων. Επιπλέον, σχολικά κτίρια φέρουν σήμερα το όνομα του συγγραφέα όπως εκείνο στη Ρουέν και εκείνο στη Λιμόζ. Όσον αφορά στα έργα του, αρκετά από αυτά, όπως το «Ο Φιλαράκος» μεταφέρθηκαν πολλές φορές στον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Ο Γκυ ντε Μωπασσάν  είναι ο άνθρωπος που έδωσε στους ανθρώπους την ευκαιρία να ανακαλύψουν αυτό που υπάρχει κρυμμένο στην ανθρώπινη φαντασία και να εξηγήσει το φανταστικό. Εμείς θα μπορούσαμε να διαβάσουμε τις ιστορίες του για να κατανοήσουμε την ύπαρξή μας καθώς αναλύουμε αυτό που είναι πραγματικό και αυτό που είναι φανταστικό.

Seo wordpress plugin by www.seowizard.org.