Ζιρωντού, Ζαν (1882-1944)

Προς τα τέλη του 19ου αιώνα μια μεγάλη προσωπικότητα γεννιέται της οποίας το λογοτεχνικό έργο και η στρατιωτική καριέρα θα της δώσουν τη δυνατότητα να βάλει την προσωπική της σφραγίδα στο μέλλον.

Ο Ιππόλυτος Ζαν Ζιρωντού, γεννημένος στις 29 Οκτωβρίου 1882 στο Μπελλάκ, είναι ο δεύτερος γιος του Λεζέ Ζιρωντού και της Αν Λακόστ. Έχει έναν αδερφό που ονομάζεται Αλέξανδρος και που γεννήθηκε το 1880. Λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων του πατέρα του, όλη η οικογένεια μετακομίζει στο Μπεσίν.

Ο Ζαν μαθαίνει να διαβάζει στην ηλικία των πέντε ετών και το 1893, μπαίνει στο λύκειο Σατωρού ως υπότροφος. Δύο χρόνια μετά αποκαλύπτει το λογοτεχνικό του πνεύμα γράφοντας τα πρώτα του έργα, δηλαδή το κωμικό τραγουδάκι     « Ο χορός στο δημαρχείο » και το ημερολόγιο « Ο Ιωάννης και η Ιωάννα ». Το 1900, παίρνει το απολυτήριο λυκείου και μπαίνει την Ανώτατη Σχολή στο Παρίσι.

Το 1903, μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας στο 98ο πεζικό στη Ροάν, στη Κλερμόν-Φεράν και στη Λυών, έχει τον βαθμό του δεκανέα. Την επόμενη χρονιά, αποκτάει το πτυχίο του στη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης με το βαθμό «καλά» και μπαίνει στο γερμανικό τμήμα δεδομένου ότι είναι παθιασμένος με το πολιτισμό της Γερμανίας. Αφού αποκτά το μεταπτυχιακό του, επιστρέφει στη Γαλλία και προετοιμάζεται για το διαγωνισμό εξωτερικών υποθέσεων αλλά αποτυγχάνει.

Όταν ξεσπάει ο Ά Παγκόσμιος πόλεμος (1914-1918), επιστρατεύεται ως λοχίας στο 298ο πεζικό και ονομάζεται λίγο αργότερα ανθυπολοχαγός. Λόγω δύο τραυματισμών, του δίνουν μια θέση γραφείου ενώ πραγματοποιεί δύο αποστολές. Χρίζεται, παράλληλα, ιππότης της Λεγεώνας της Τιμής. Εντωμεταξύ, δεν σταματάει τη συγγραφή του αφού δημοσιεύει αρκετά βιβλία μέχρι το 1918.

Μετά το τέλος του Ά Παγκοσμίου Πολέμου, γίνεται γραμματέας της πρεσβείας τρίτου βαθμού. Ο Ζαν Ζιρωντού και η ερωμένη του Σουζάνα Μπολάν, από το 1914, αποκτούν το πρώτο τους παιδί, τον Ζαν-Πιερ, που γεννιέται στις 29 Δεκεμβρίου 1919. Κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονιάς, δημοσιεύει το μυθιστόρημα του «Το Αντίο στον πόλεμο».

Ένα χρόνο μετά, αναλαμβάνει τη διεύθυνση της  Υπηρεσίας των γαλλικών έργων στο εξωτερικό και το 1921 παντρεύεται με την Σουζάνα. Την επόμενη χρονιά, το μυθιστόρημά του με τον τίτλο «Ο Ζήγκφρηντ και ο Λιμουζέν» δημοσιεύεται από τις εκδόσεις Γρασέ. Η ιστορία του εκτυλίσσεται μεταξύ δύο φίλων, τον αφηγητή και τον συγγραφέα Φορεστιέ, που χωρίζουν και που συναντώνται μετά από κάποια παιχνίδια της ζωής. Κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονιάς, ο Ζαν Ζιρωντού βραβεύεται με το λογοτεχνικό βραβείο Μπαλζάκ.

Το 1926, εκδίδει το μυθιστόρημά του με τον τίτλο «Μπέλα» υπό τις εκδόσεις Γκρασέ με το σκοπό να δείξει μια ηρωίδα που εκπροσωπεί την εναρμόνιση των αντίθετων στοιχείων. Την ίδια χρονιά, γίνεται αξιωματούχος της Λεγεώνας της Τιμής. Το 1928, συναντά τον σκηνοθέτη Λουί Ζουβέ (1887-1951) που του εμπνέει τη θεατρική ιδέα. Επομένως, εκείνη τη χρονιά, το μυθιστόρημά του «Ο Ζήγκφρηντ και ο Λιμουζέν» μεταφέρεται στο θέατρο με τον τίτλο «Ο Ζήγκφρηντ» και αποτελούμενο από τρεις σκηνές. Πρόκειται για μεγάλη επιτυχία. Έπειτα, το θεατρικό του έργο με τρεις πράξεις και με τον τίτλο «Αμφιτρύων 38» σε σκηνοθεσία του Λουί Ζουβέ ανεβαίνει στη θεατρική σκηνή του Σανζ Ελιζέ στις 8 Νοεμβρίου 1929. Ο τίτλος προέρχεται από τον ισχυρισμό του συγγραφέα σύμφωνα με τον οποίο είναι εκείνος είναι ο προμηθευτής της 38ης και τελευταίας εκδοχής του μύθου του Αμφιτρύωνα.

Το 1930, δίνει τη πρώτη του διάλεξη στο Πανεπιστήμιο των Ανάλ που φέρει τον τίτλο «Από τον ένα ρομαντισμό στον άλλον : ένας αιωνόβιος». Έπειτα, κάνει ένα ταξίδι στην Ελλάδα. Το 1931, δημοσιεύει το θεατρικό του έργο σε τρεις πράξεις «Ιουδήθ» που δεν του φέρνει μεγάλη επιτυχία. Εντωμεταξύ, ξεκινάει σχέση με την Ανίτα ντε Μαντέρο και  χωρίζουν πέντε χρόνια μετά.

Το 1933, ένα άλλο θεατρικό έργο με τρεις πράξεις του Ζιρωντού, που φέρει τον τίτλο «Ιντερμέτζο» και που σκηνοθετείται από τον Λουί Ζουβέ, ανεβαίνει στο θέατρο του Σανζ Ελιζέ. Ο σκοπός του δραματουργού είναι να μιλήσει για την αγάπη, την ηθική και το θάνατο μέσο της νεαρής δασκάλας Ιζαμπέλα που ισχυρίζεται ότι επικοινωνεί με ένα φάντασμα.

Το 1935, ανεβάζει στο Θέατρο Αθήναιον δύο θεατρικά έργα. Αρχικά, στις 21 Νοεμβρίου, ανεβάζει το μονόπρακτο «Συμπλήρωμα στο ταξίδι του Κουκ» σε σκηνοθεσία του Λουί Ζουβέ. Ο Ζαν Ζιρωντού παρουσιάζει την αρνητική του γνώμη για την αποικιοποίηση και την ηθική της βικτωριανής εποχής. Έπειτα, την ίδια μέρα, ανεβάζει την τραγωδία του, σε σκηνοθεσία του Λουί Ζουβέ, που φέρει τον τίτλο «Ο πόλεμος της Τροίας δε θα γίνει». Ο συγγραφέας προσπαθεί να παρουσιάσει την φιλειρηνιστική του  φύση και τον κυνισμό του πολιτικού κόσμου που εξαπατά πάντα τους ανθρώπους. Μερικά χρόνια μετά, γίνεται ταξιάρχης της Λεγεώνας της Τιμής.

Το 1937, ο Ζιρωντού παρουσιάζει ένα νέο θεατρικό έργο που τον εντάσσει στην ομάδα των δραματουργών που ξαναγράφουν τους αρχαίους μύθους προσαρμόζοντάς τους στη νοοτροπία της εποχής. Συγκεκριμένα, το θεατρικό του έργο με δύο πράξεις «Ηλέκτρα» ανεβαίνει στο θέατρο Αθήναιον στις 13 Μάιου της ίδιας χρονιάς σε σκηνοθεσία του Λουί Ζουβέ. Ο δραματουργός παρουσιάζει στο κοινό του το μύθο της Ηλέκτρας κάνοντας πολλές τροποποιήσεις και προσθέτοντας πολλούς αναχρονισμούς. Έτσι, το λογοτεχνικό κοινό παρακολουθεί μια «αστική τραγωδία» κατά τη διάρκεια της οποίας φαίνεται ότι η εμμονή μια νεαρής κοπέλα, δηλαδή της Ηλέκτρας, οδηγεί τον αδερφό της Ορέστη στο να έχει κακή τύχη.

Γενικά, πρόκειται για ένα θεατρικό έργο γεμάτο με πολιτικές συνωμοσίες, με ψέματα και με θυσίες στο όνομα της εξουσίας. Ο δραματουργός, που είχε συμμετάσχει στο Ά Παγκόσμιο πόλεμο, βασίζεται στο μύθο της Ηλέκτρας για να αποδείξει ότι ο πόλεμος είναι το αποτέλεσμα των πολιτικών συμμαχιών που ρημάζει την ανθρώπινη ζωή σε που οδηγεί την ανθρωπότητα σε μια κακή τύχη ή πιο συγκεκριμένα στον εκμηδενισμό της.

Λίγο μετά το ξέσπασμα του ΄Β Παγκοσμίου Πολέμου (1939-1945), ο Ζαν Ζιρωντού μπαίνει στην πολιτική ζωή της Γαλλίας εκθέτοντας την άποψή του για το τι συμβαίνει εκείνη την περίοδο. Το 1939 διορίζεται γενικός επίτροπος Τύπου από τον Νταλαντιέ (1884-1970) και με αυτό τον τρόπο, όταν ο πόλεμος ξεκινά, απευθύνει στο γαλλικό λαό πολλά ραδιοφωνικά διαγγέλματα. Το 1941, γίνεται διευθυντής των Ιστορικών Μνημείων.

Ωστόσο ο Ζαν επιστρέφει στο Βισύ όπου ζει η μητέρα του. Έπειτα, βγαίνει στη σύνταξη και πηγαίνει στο Παρίσι. Επιπλέον, αλληλογραφεί με το φίλο του Λουί Ζουβέ  που βρίσκεται στην εξορία. Κατά τη διάρκεια των ετών 1941-1942, ο Ζιρωντού γράφει ένα έργο για εκείνον. Πρόκειται για το μονόπρακτο θεατρικό έργο «Ο Απόλλων του Μπελάκ». Αυτό το έργο ανεβαίνει για πρώτη φορά το 1942 από τον Λουί Ζουβέ στο κοινοτικό θέατρο του Ρίο ντε Τζανέιρο.

Τον Οκτώβριο του 1943, το θεατρικό έργο σε δύο πράξεις «Σόδομα και Γόμορρα» ανεβαίνει στο  θέατρο Εμπερτό σε σκηνοθεσία του Ζωρζ Ντουκάν (1902-1987). Ωστόσο, πεθαίνει η μητέρα του Ζιρωντού και φαίνεται ότι εκείνος αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα υγείας.

Έτσι, μερικούς μήνες μετά, ένα απρόσμενο γεγονός χτυπά το λογοτεχνικό κόσμο. Ο Ζαν Ζιρωντού πεθαίνει στις 31 Ιανουαρίου 1944 χωρίς κανείς να ξέρει την αιτία. Εντωμεταξύ, λέγεται επίσημα ότι ο θάνατός του οφείλεται σε τροφική δηλητηρίαση ή σε παγκρεατίτιδα. Κηδεύεται στις 3 Φεβρουαρίου 1944 στο νεκροταφείο της Μονμάρτης ενώ τα λείψανά του βρίσκονται σήμερα στο νεκροταφείο ντε Πασύ στο Παρίσι.

Ωστόσο, ο θάνατός του αποτελεί ένα μεγάλο μυστήριο κατά τη διάρκεια εκείνης της εποχής επειδή κανείς δεν πιστεύει ότι ο Ζαν Ζιρωντού είναι νεκρός λόγω προβλημάτων υγείας. Ο φίλος του Κλωντ Ροϊ (1915-1997) ισχυρίζεται ότι ο Ζιρωντού δηλητηριάστηκε λόγω της συμμετοχής του στην οργάνωση Αστέρια της Αντίστασης. Λίγους μήνες μετά το θάνατό του, ο Λουί Αραγκόν γράφει για τη πιθανή δηλητηρίαση του φίλου του στην εφημερίδα Ce soir : « Γιατί; Όχι μόνο επειδή είναι ο περισσότερο Γάλλος από τους συγγραφείς μας, αλλά σίγουρα επίσης για την αντιστασιακή του δραστηριότητα που την κράτησε κρυφή και την οποία, από την πλευρά μου, ανακάλυψα κατά τη διάρκεια της τελευταίας μας συζήτησης την οποία πρέπει να είχα μαζί του πέντε μέρες πριν από το θάνατό του». Εντωμεταξύ, το 2004, ο Ζακ Μποντύ θα συζητήσει το ίδιο θέμα γράφοντας τη βιογραφία του Ζαν Ζιρωντού. Παρά τις όποιες προσπάθειες για να ανακαλυφθεί η αλήθεια για το θάνατο του Ζιρωντού, κανείς δεν καταλήγει σε συγκεκριμένα συμπεράσματα.

Όπως και να’χει, ο Ζαν Ζιρωντού μένει στην αιωνιότητα ως ένας από τους συγγραφείς που δεν δίστασε ποτέ να εκφράσει την άποψή του μέσα από τα μυθιστορήματά του ή μέσα από τα θεατρικά του έργα. Ακόμα και μετά το θάνατό του, το πνεύμα του δεν χάνεται. Ο φίλος του Λουί Ζουβέ επιστρέφει στο Παρίσι και ανεβάζει το θεατρικό έργο με δύο πράξεις, «Η Τρελή του Σεγιό», που γράφτηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, το 1945. Το 1958, ένα άλλο θεατρικό έργο του Ζαν Ζιρωντού, που δεν είχε ολοκληρωθεί  και που φέρει τον τίτλο «Λε Γκρακ» δημοσιεύεται από τις εκδόσεις Γκρασέ.

Στις μέρες μας, το έργο του Ζαν Ζιρωντού είναι ακόμα ζωντανό. Οι αναγνώστες έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν καλύτερα αυτό το μεγάλο συγγραφέα και δραματουργό του 20ου αιώνα διαβάζοντας τα γραπτά του κείμενα. Επιπλέον, μπορούν να επισκεφθούν τους οργανισμούς που δημιουργήθηκαν στο όνομά του ή να γίνουν μέλη για να ενημερωθούν περισσότερο για το έργο του. Πιο συγκεκριμένα, στο Παρίσι υπάρχουν δύο οργανισμοί, Οι φίλοι του Ζαν Ζιρωντού και το Ίδρυμα Ζαν και Ζαν-Πιερ Ζιρωντού.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο Ζαν Ζιρωντού έφυγε από αυτό το γήινο κόσμο με έναν ανεξήγητο τρόπο για να μείνει στην αιωνιότητα μέσα από το έργο του. Εμείς θα μπορούσαμε να μελετήσουμε το έργο του για να καταλάβουμε τις ιδέες ή καλύτερα τα ιδανικά που κρύβονται στις λέξεις και να αποφασίσουμε αν θέλουμε να τα ακολουθήσουμε!!!

Seo wordpress plugin by www.seowizard.org.