Φοντενέλ (1657-1757)

Η Γαλλία υποδέχεται στα μέσα του 16ου αιώνα τη γέννηση ενός σημαντικού ανθρώπου του πνεύματος, που θα θεωρηθεί επίσημα συγγραφέας, εκπρόσωπος της Λογοτεχνίας αλλά ταυτόχρονα θα ξεχωρίσει στον κόσμο των επιστημών. Θα διακριθεί σε διάφορους χώρους και θα βάλει νέα δεδομένα στη σκέψη και την αντίληψη.

Ο Μπερνάρ Λε Μπουγιέ Ντε Φοντενέλ (ή Λε Μποβιέ) γεννιέται στις 6 Φεβρουαρίου 1657 στη γαλλική πόλη Ρουέν, γιος δικηγόρου και της Μαρτ Κορνέιλ. Δείχνει από παιδί ακόμα την ιδιαιτερότητά του, δηλαδή την κλίση του προς τη συγγραφή και τις επιστήμες. Λαμβάνει εξαιρετική μόρφωση στην Αδελφότητα των Ιησουητών στη Ρουέν. Η συγκεκριμένη θρησκευτική καθολική αδελφότητα ιδρύθηκε το 1534 από τον Ισπανό Ιγνάτιο Λογιόλα και το 1562 επετράπη η εγκατάστασή της στη Γαλλία, έπειτα από την ολοκλήρωση ενός θρησκευτικού συνεδρίου στην πόλη Πουασί. Το συνέδριο έμεινε γνωστό με το όνομα Συνέδριο του Πουασί (25 Σεπτεμβρίου 1561) και πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της προσπάθειας της βασιλομήτορος Αικατερίνης των Μεδίκων, βασίλισσα της Γαλλίας την περίοδο 1547 – 1559, να διατηρήσει την θρησκευτική ειρήνη στη Γαλλία έχοντας ως σκοπό την εναρμόνιση ανάμεσα στους Καθολικούς και τους Προτεστάντες. Τελειώνει τις σπουδές του και ασκεί για λίγο καιρό το επάγγελμα του δικηγόρου, χωρίς να σημειώνει κάποια επιτυχία. Έπειτα, τον κερδίζει η Λογοτεχνία και ξεκινάει την ενασχόληση με αυτό το αντικείμενο βρισκόμενος στο πλευρό του θείου του Τομά Κορνέιγ, που είναι δραματικός συγγραφέας.

Ο νεαρός λογοτέχνης ξεκινάει τη πορεία του γράφοντας ποιήματα και τα δημοσιεύει στο περιοδικό «Μερκιούρ Ντε Φρανς». Πρόκειται για ένα περιοδικό τρίμηνης αρχικά κυκλοφορίας και έπειτα μηνιαίας, που ιδρύεται το 1672 από τον εκδότη Ζάν Ντονώ Ντε Βισέ με σκοπό να ενημερώνει το κοινό για διάφορα θέματα και να δημοσιεύει ποιήματα ή μικρές ιστορίες. Έπειτα, ασχολείται με το θέατρο γράφοντας τραγωδίες όπως «Ασπάρ» (1680), «Μπελεροφόν» οι οποίες δεν σημειώνουν επιτυχία. Παρ’όλα αυτά συνεχίζει την προσπάθειά του να γίνει γνωστός στο κόσμο του Θεάτρου και ασχολείται με την συγγραφή όπερας, του μουσικοθεατρικού είδους που συνδυάζει το δράμα με τη μουσική και το χορό. Έτσι, παρουσιάζει στο κοινό διάφορες όπερες όπως «Λαβινί»«Τετί», «Πελέ» αλλά η αναγνωρισιμότητά του δεν έχει ακόμα γίνει.

Ο Φοντενέλ αποφασίζει να εμπλουτίσει τις γνώσεις του και να παρουσιάσει νέα είδη λογοτεχνίας, με σκοπό να προκαλέσει τον ενθουσιασμό του κοινού. Διαβάζει τα έργα που είχε δώσει ο Λουκιανός Σαμοσάτευς, ο Σύριος ρήτορας και σοφιστής που δημιούργησε τους σατιρικούς διαλόγους. Πρόκειται για διαλόγους που ήταν γραμμένοι με λιτό τρόπο χωρίς πομπώδη σχήματα λόγου και παρουσίαζαν επίκαιρα θέματα της εποχής με χιουμοριστικό και ειρωνικό ύφος. Εμπνεόμενος από το Λουκιανό παρουσιάζει το 1663 τους «Νεκρικούς Διαλόγους». Το συγκεκριμένο έργο αποτελείται από διαλόγους νεκρών ανθρώπων, που εν ζωή κατάγονταν από διαφορετικές πόλεις, χώρες, ασκούσαν διαφορετικά επαγγέλματα και ανήκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Ο Φοντενέλ παρουσιάζει πάντα δύο συνομιλητές όπως τον Όμηρο, τον Αρχαίο Έλληνα ποιητή που έδωσε τα πρώτα έργα της Δυτικής Λογοτεχνίας, «Οδύσσεια» και «Ιλιάδα» να συζητά με τον Αίσωπο, τον Αρχαίο Έλληνα δημιουργό του λογοτεχνικού είδους που ονομάζεται Μύθος και δίνει διδακτικά μηνύματα.

Το 1683 χρησιμοποιεί τις γνώσεις του γύρω από τις επιστήμες και παρουσιάζει ένα νέο έργο, που θα τον καταστήσει ως ένα από τους θεμελιωτές του νέου τρόπου παιδαγωγικής μετάδοσης γνώσεων. Ο τίτλος του έργου είναι «Συνομιλίες για την πλειονότητα των λαών» και ανήκει στο είδος της επιστημονικής εκλαϊκευσης, σύμφωνα με το οποίο παρέχονται γνώσεις σχετικά με την επιστημονική πρόοδο με απλό και κατανοητό τρόπο, δίνοντας στον αναγνώστη το δικαίωμα να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Το έργο παρουσιάζει την συζήτηση που διεξάγεται ανάμεσα σε έναν αστρονόμο και μια μαρκησία.

Το 1687 ο Φοντενέλ εκδίδει ένα βιβλίο διαφορετικού περιεχομένου από τα προηγούμενα και θα προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, Συγκεκριμένα διαβάζει τις δύο διατριβές γραμμένες στα λατινικά του Ολλανδού λόγιου και ιατρού Αντόνιους Βαν Νταλ στις οποίες αναπτύσσονται ιδέες και απόψεις σχετικά με τα μαντεία. Ο Φοντενέλ, λοιπόν, γράφει και δημοσιεύει το έργο του με τίτλο «Ιστορία των μαντείων» θέλοντας να πληροφορήσει το κοινό του για τις δεισιδαιμονίες, τα θαύματα και τα μαντεία. Στο βιβλίο του αναφέρεται στο Μαντείο των Δελφών, στο θεό Απόλλωνα, στους χρησμούς και αφήνει να εννοηθεί ότι στην πραγματικότητα εκείνη την περίοδο οι χρησμοί ήταν προϊόν κάποιας απάτης, αφού αν και δίνονταν με τη μορφή ποιητικών στίχων στην ουσία ήταν κακοί στίχοι, που επαναλαμβάνονταν συνεχώς. Με αυτό τον τρόπο προσβάλει τον αρχαίο ειδωλολατρικό κόσμο και ταυτόχρονα αντιτίθεται στην ήδη υπάρχουσα άποψη ότι το Μαντείο των Δελφών σταμάτησε να λειτουργεί μετά την έλευση του Χριστού αναφέροντας ότι το μαντείο τη συνέχισε και έτσι προκαλεί την αγανάκτηση των Χριστιανών. Επομένως, βρίσκεται στον κέντρο μιας θρησκευτικής σύγκρουσης και η Εκκλησία φοβούμενη των επακόλουθων, απαντά ότι ο συγγραφέας με το συγκεκριμένο έργο προσπάθησε να γράψει ένα ιστορικό βιβλίο χωρίς να θέλει να φανεί βλάσφημος.

Λόγω της πολύ καλής γνώσης και χρήσης της Γαλλικής Γλώσσας το 1691 γίνεται μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, που δημιουργήθηκε το 1635 από το Καρδινάλιο Ρισελιέ και είχε ως στόχο την τελειοποίηση της Γαλλικής Γλώσσας. Δεδομένου ότι είχε κάνει αρκετές φορές αίτηση για την εισαγωγή του στην Ακαδημία αλλά είχε λάβει αρνητική απάντηση, όταν έγινε δεκτός είπε : «Υπάρχουν τριάντα εννιά ακόμη άνθρωποι στον κόσμο που έχουν περισσότερες γνώσεις από εμένα». Κατά τη διάρκεια των ετών 1699 – 1737 διατελεί καθήκοντα γραμματέα στην Ακαδημία επιστημών, που δημιουργήθηκε το 1666 από το βασιλιά Λουδοβίκο ΊΔ της Γαλλίας με την ονομασία Βασιλική Ακαδημία επιστημών και είχε ως έδρα της στο Παλάτι του Λούβρου στο Παρίσι. Πρόκειται για μία από τις πέντε Ακαδημίες που θα πλαισιώσουν αργότερα το Ινστιτούτο Γαλλίας (1795) και σκοπός της είναι η ενθάρρυνση και η προστασία της επιστημονικής έρευνας, συνεισφέροντας έτσι στην πρόοδο των επιστημών και των εφαρμογών τους. Επωφελείται των νεοαποκτηθέντων γνώσεων και των γνωριμιών, που πραγματοποιεί ως Γραμματέας και δημοσιεύει έπειτα από πολλά χρόνια έρευνας (1666 – 1699) το έργο «Ιστορία της Γαλλικής Ακαδημίας επιστημών», που θα εδραιώσει τη θέση του στον επιστημονικό χώρο. Προς τα τέλη του 17ου αιώνα η Γαλλική Ακαδημία κλονίζεται από τη διαμάχη που ξεσπάει στον πυρήνα της και θα μείνει γνωστή ως Φιλονικία των Παλιών και των Συγχρόνων ή ως Φιλονικία των Κλασσικών και των Μοντέρνων. Ο Φοντενέλ υποστηρίζει το Γάλλο συγγραφέα και δραματουργό Αντουάν Ουντά Ντε Λα Μότ και τάσσεται υπέρ των μοντέρνων, προκαλώντας έτσι τα αρνητικά σχόλια ανθρώπων των τεχνών όπως του Γάλλου ποιητή και κριτικού Νικολά Μπουαλώ.

Η πορεία του Φοντενέλ δεν περιορίζεται μόνο στο χώρο της συγγραφής, δεδομένου ότι αργότερα ασχολείται αρκετά με τον τομέα της Φιλοσοφίας. Πιο συγκεκριμένα, αρχικά μελετά τη Μεταφυσική, το κλάδο της Φιλοσοφίας που πήρε το όνομά του από το έργο «Μετά τα Φυσικά» του Αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου Αριστοτέλη και μελετά την πραγματικότητα του όντος και του κόσμου. Ο Φοντενέλ προσπαθεί να βρει απαντήσεις σε διάφορα ερωτήματα σχετικά με την αθανασία της ψυχής, την ύπαρξη του Θεού ή του Κακού, το νόημα της ζωής, την αιτία των πραγμάτων. Έπειτα πρεσβεύει τις ιδέες του Καρτεσιανισμού, του φιλοσοφικού ρεύματος που δημιούργησε ο Γάλλος μαθηματικός και φιλόσοφος Ρενέ Ντεκάρ. Μελετά τη θέση του Ντεκάρ που θεωρεί ότι για να καθοδηγήσουμε τη λογική, πρέπει να ερευνήσουμε πρώτα τις επιστήμες και για να ανακαλύψουμε την αλήθεια, πρέπει να αμφισβητήσουμε τα πάντα. Έπειτα μελετά τις Ακριβείς Επιστήμες που κάνουν την εμφάνισή τους το 17ο αιώνα, δηλαδή τις επιστήμες που καταλήγουν σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα, έπειτα από εκτενή παρατήρηση μιας υπόθεσης και την τέλεση πειραματικών διαδικασιών. Απόρροια της συγκεκριμένης μελέτης του είναι η παρουσίαση ενός νέου έργου με τίτλο «Στοιχεία γεωμετρίας του απείρου» το 1727.

Ο χρόνος κυλά και ο Φοντενέλ δεν παρουσιάζει συνεχώς καινούργια έργα αλλά ασχολείται κυρίως με τη μελέτη των επιστημών και των φιλοσοφικών κινημάτων, με σκοπό ίσως να απαντήσει κάποια δικά του εσωτερικά ερωτήματα. Παράλληλα ιδρύει το 1744 μαζί με το Γάλλο δικαστή Πιερ-Ρομπέρ Λε Κορνιέ Ντε Σιντεβίλ την Ακαδημία των επιστημών, της καλλιγραφίας και των τεχνών στη πόλη Ρουέν και πλαισιώνεται από λάτρεις της Βοτανικής, δηλαδή της επιστημονικής μελέτης των φυτών. Το 1752 δημοσιεύει το έργο του με τίτλο «Η Θεωρία των καρτεσιανών στροβίλων» αναπτύσσοντας τις σκέψεις του για το νόμο της Βαρύτητας, που διατυπώθηκε από τον Νεύτωνα. Τέσσερα χρόνια μετά παρουσιάζει μια σειρά δοκιμίων με ποικίλα θέματα ανάπτυξης, όπως «Η καταγωγή των μύθων» στο οποίο γίνεται αναφορά στην άγνοια των πρώτων ανθρώπων, που κατέφευγαν σε ανώτερες θεότητες για να εξηγήσουν γεγονότα των οποίων αγνοούσαν την αιτία, τονίζοντας ότι δεν υπάρχει τίποτα το παράδοξο παρά αυτό που διαφεύγει από τη γνώση. Λίγα χρόνια αργότερα, στις 9 Ιανουαρίου 1757 φεύγει από τη ζωή στο Παρίσι λίγες μέρες πριν κλείσει το εκατοστό έτος της ηλικίας του.

Ο Μπερνάρ Λε Μπουγιέ Ντε Φοντενέλ ήταν ένας άνθρωπος απλός, ταπεινός με αστείρευτη δίψα για γνώση. Μελετούσε σε όλη του τη ζωή διευρύνοντας τους πνευματικούς του ορίζοντες, προσπαθώντας να βρει τις δικές του αλήθειες και ταυτόχρονα έδειχνε το μεγαλείο ενός ανθρώπου των επιστημών και των γραμμάτων. Το μόνο του παράπονο ήταν ότι δεν αγάπησε σύμφωνα με τα λόγια του «Μου έλειψε να αγαπώ», αλλά δε μετάνιωσε για την έλλειψη υπεροψίας του δηλώνοντας ο ίδιος : «Αν είχα ένα χέρι γεμάτο αλήθειες, θα κρατιόμουν να το ανοίξω». Επιπλέον, είναι από τις λίγες προσωπικότητες που ενώ προκάλεσε αντιδράσεις μέσω των έργων του, δεν είχε εχθρούς και όταν κάποιος τον ρώτησε πώς κατάφερε να έχει τόσους φίλους και κανένα εχθρό εκείνος του απάντησε : «Από αυτά τα δύο αξιώματα όλα είναι πιθανά και ο καθένας έχει δίκιο».

Ο Φοντενέλ άφησε ένα πλούσιο λογοτεχνικό και επιστημονικό έργο για να το μελετήσουν οι επόμενες γενιές, τόλμησε να ψάξει για απαντήσεις χωρίς να φοβηθεί τις όποιες συνέπειες αλλά κρατώντας πάντα μια ταπεινή στάση προς τους άλλους. Εμείς, θα μπορούσαμε να διώξουμε από την σκέψη μας κάθε ίχνος εγωισμού και μέσω της παρατήρησης, της έρευνας και της μελέτης να αναζητήσουμε την απλότητα και την εσωτερική ευτυχία.

Οι φράσεις που παρουσιάζονται είναι από τα παρακάτω έργα :

  • «Συνομιλίες για την πλειονότητα των λαών»
  • «Ιστορία των μαντείων»
  • «Η καταγωγή των μύθων»
Seo wordpress plugin by www.seowizard.org.