Φλωμπέρ, Γκυστάβ (1821-1880)

Ο λογοτεχνικός κόσμος της Γαλλίας θα υποδεχτεί ένα νέο συγγραφέα στα μισά του 19ου αιώνα, που θα αλλάξει τα δεδομένα του μυθιστορήματος. Επίσημα, θα θεωρηθεί εκπρόσωπος ενός συγκεκριμένου λογοτεχνικού κινήματος αλλά τα έργα του θα δείξουν τις επιρροές, που δέχεται από περισσότερα λογοτεχνικά κινήματα. Αναφερόμαστε στον Γκυστάβ Φλωμπέρ που κατέχει εξέχουσα θέση στη γαλλική λογοτεχνία και η προσωπική του σφραγίδα έχει μείνει ανεξίτηλη στο πέρασμα των χρόνων.

Γεννιέται στις 12 Δεκεμβρίου 1821 στη γαλλική πόλη Ρουέν, που βρίσκεται βορειοδυτικά της Γαλλίας και διασχίζεται από τον ποταμό Σηκουάνα. Πρόκειται για το δεύτερο γιο του χειρουργού Ασίλ Κλεοφά Φλωμπέρ και της Άν Ζουστίν Καρολίν Φλεριό. Ζει δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω της θλίψης, που υπάρχει στην οικογένεια του, αφού πριν από τη γέννησή του είχαν σημειωθεί οι θάνατοι μίας αδερφής του και δύο αδερφών του σε πολύ μικρή ηλικία. Επιπλέον, οι γονείς του προσέχουν περισσότερο το μεγαλύτερο αδερφό του Ασίλ που σημειώνει λαμπρή πορεία ως μαθητής και εν συνεχεία θα γίνει χειρούργος όπως ο πατέρας του. Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ βρίσκει χαρά μόνο στο πρόσωπο της αδερφής του Καρολίν που γεννιέται τρία χρόνια μετά από εκείνον.

Ως μαθητής θα φοιτήσει στο Βασιλικό Κολλέγιο και στο Λύκειο της Ρουέν, ενώ από τα εφηβικά του χρόνια δείχνει το συγγραφικό του ταλέντο. Συγκεκριμένα, αποκαλύπτει το θαυμασμό του για το λογοτεχνικό κίνημα του Ρομαντισμού, του οποίου οι εκπρόσωποι μιλούν για συναισθήματα, παρουσιάζουν την υποκειμενικότητα τους μέσω του «εγώ» και αναζητούν το στοιχείο του φανταστικού και του μυστηρίου. Το 1838 γράφει το έργο με τίτλο «Αναμνήσεις ενός τρελού» και πρόκειται για αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα στο οποίο περιγράφει τα αισθήματα, που τρέφει για την γυναίκα που θα είναι η πηγή έμπνευσής του κατά τη διάρκεια της ζωής του. Αναφέρεται στην Ελίζα Σλέζινζε, που γνωρίζει κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών του διακοπών στη περιοχή Τρουβίλ-σιρ-Μερ το 1836.

Απαλλαγμένος από τη στρατιωτική θητεία, ο Γκυστάβ Φλωμπέρ ξεκινάει το 1841 τις σπουδές του στη Νομική Σχολή στο Παρίσι πραγματοποιώντας παράλληλα έντονη ζωή. Γνωρίζει σημαντικούς ανθρώπους της εποχής προερχόμενοι από διαφορετικούς χώρους. Πιο συγκεκριμένα από το χώρο της Λογοτεχνίας γνωρίζει τον Γάλλο ποιητή και ρομαντικό συγγραφέα Βίκτωρ Ουγκώ. Στενός του φίλος γίνεται ο Λουί Μπουιλέ, που ενώ είναι φοιτητής της Ιατρικής, αργότερα θα εγκαταλείψει τις σπουδές του και θα γίνει ποιητής. Επιπλέον, γνωρίζει το Μαξίμ Ντυ Κάμ, το Γάλλο συγγραφέα και φωτογράφο, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας της οποίας στόχος είναι η τελειοποίηση της Γαλλικής Γλώσσας και συνδέονται με ισχυρούς δεσμούς φιλίας. Από το χώρο της Γαλλικής Τέχνης, γνωρίζει το Γάλλο ζωγράφο και γλύπτη ελβετικής καταγωγής Ζαν-Ζακ Πραντιέ. Το 1844 για λόγους υγείας εγκαταλείπει τις σπουδές του στη Νομική Σχολή, επιστρέφει στη Ρουέν και εγκαθίσταται στη κωμόπολη Κρουασέτ, ενώ παράλληλα έχει ξεκινήσει τη συγγραφή μυθιστορημάτων που θα ολοκληρωθούν πολλά χρόνια αργότερα.

Η χρονιά 1846 θα είναι πολύ επώδυνη για τον ανερχόμενο συγγραφέα, αφού θα σημειωθεί ο θάνατος του πατέρα του και έπειτα ο θάνατος της μικρής του αδερφής, δύο μήνες μετά τη γέννηση της κόρης της. Συνεπώς, ο Γκυστάβ Φλωμπέρ, αν και συντετριμμένος, αναλαμβάνει την κηδεμονία της ανιψιάς του Καρολίν. Έπειτα, αναπτύσσει μακροχρόνιο δεσμό με τη Γαλλίδα ποιήτρια Λουίζ Κολέ και διατηρεί μαζί της αλληλογραφία στην οποία εκείνος παρουσιάζει την άποψη του για ποικίλα θέματα, όπως για τη δουλειά του συγγραφέα και για τη λεπτότητα της Γαλλικής Γλώσσας. Το 1847 ξεκινάει τη συγγραφή ενός ποιήματος το οποίο θα ολοκληρωθεί το 1870 και θα δημοσιευθεί το 1874 με τίτλο «Ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου». Πηγή έμπνευσής του αποτέλεσε ένας πίνακας, που είχε δει το 1843 στη Γένοβα καθώς και οι θεματικές του ποιήματος «Κάϊν» γραμμένο από το Βρετανό ποιητή Λόρδο Βύρωνα και του θεατρικού έργου «Φάουστ» γραμμένο από το Γερμανό ποιητή και μυθιστοριογράφο Γκαίτε. Σε αυτό το ποίημα ο Γκυστάβ Φλωμπέρ παρουσιάζει τον Άγιο Αντώνιο, το θεμελιωτή του Χριστιανικού μοναχισμού, να έρχεται αντιμέτωπος με πειρασμούς, όπως η αποκάλυψη των μυστικών του σύμπαντος. Δύο χρόνια μετά το θάνατο των αγαπημένων του προσώπων γίνεται μάρτυρας της Επανάστασης του 1848, της δεύτερης Γαλλικής Επανάστασης κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, που λαμβάνει χώρα από τις 22 ως τις 25 Φεβρουαρίου της ίδιας χρονιάς και γράφει για εκείνη σε ένα από τα μελλοντικά του έργα. Κατά τη διάρκεια των ετών 1849 – 1852 πραγματοποιεί ένα μεγάλο ταξίδι μαζί με τον φίλο του  Μαξίμ Ντυ Κάμ σε διάφορα μέρη όπως στην Ιερουσαλήμ, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αίγυπτο, στην Ιταλία και αποκομίζει νέες εμπειρίες μέσω της παρατήρησης, που θα είναι αναγνωρίσιμες έπειτα στα έργα του.

Το 1851 ξεκινάει την συγγραφή ενός μυθιστοριογραφήματος που θα εδραιώσει τη θέση του στο λογοτεχνικό κόσμο, παρ’όλο που θα προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και θα το ολοκληρώσει το 1856. Πρόκειται για το έργο «Μαντάμ Μποβαρύ» με αρχικό τίτλο «Μαντάμ Μποβαρύ, ήθη της επαρχίας», εμπνευσμένο από το έργο «Η γυναίκα των τριάντα ετών» του Ονορέ Ντε Μπαλζάκ και πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η γυναίκα με το όνομα Έμμα Μποβαρύ, σύζυγος του Σάρλ Μποβαρύ. Το μυθιστόρημα περιγράφει τη συζυγική ζωή του ζεύγους Μποβαρύ δίνοντας έμφαση στην Έμμα, η οποία είναι απογοητευμένη από το γάμο της και έχει μια ζωή, που δεν απαντά στον κώδικα ηθικής της συγκεκριμένης εποχής. Πρόκειται για μια γυναίκα, που έχει επηρεαστεί από την ανάγνωση των ρομαντικών μυθιστορημάτων, όταν ήταν νέα και συνειδητοποιεί ότι ο γάμος της δεν είναι αυτό που περίμενε. Ζει στο απόλυτο σκοτάδι της μελαγχολίας, ασφυκτιά λόγω της μονοτονίας, δεν απολαμβάνει τη μητρότητα, γοητεύεται από άλλους άντρες και στο τέλος, τόσο μόνη όσο ποτέ άλλοτε, τερματίζει τη ζωή της.

Πηγή έμπνευσης του συγκεκριμένου έργου υπήρξε επίσης το έργο «Δον Κιχώτης» του Ισπανού συγγραφέα Μιγκέλ Ντε Θερβάντες, στο οποίο περιγράφονται οι περιπέτειες του πρωταγωνιστή Αλόνσο Κιχανό. Πρόκειται για ένα νεαρό ευγενή, που έχει επηρεαστεί βαθύτατα από τις ιστορίες βιβλίων, που εξυμνούν τον Ιπποτισμό και κάποια μέρα πιστεύοντας ότι ο ίδιος είναι ιππότης, παίρνει το όνομα Δον Κιχώτης και αρχίζει να διατρέχει την Ισπανία, με σκοπό να πολεμήσει το κακό και να προστατεύσει τους αδικημένους ανθρώπους. Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ δήλωσε για αυτό το έργο : «Αναγνωρίζω την προέλευσή μου στο βιβλίο, που ήξερα απέξω πριν μάθω να διαβάζω, Δον Κιχώτης». Το κοινό σημείο ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές είναι η προσπάθειά τους να θέσουν αυτά, που έχουν αποκομίσει από τα αναγνώσματα τους, δηλαδή τις αρχές του Ρομαντισμού και του Ιπποτισμού αντίστοιχα, στη ζωή τους, που τελικά θα τους οδηγήσει στην καταστροφή.

Το βιβλίο «Μαντάμ Μποβαρύ» δημοσιεύεται σε περιοδικό για πρώτη φορά το 1856, ενώ την επόμενη χρονιά γίνεται η κυκλοφορία του στα βιβλιοπωλεία. Προκαλεί τις έντονες αντιδράσεις του κοινού και ο συγγραφέας κατηγορείται για προσβολή των καλών αρχών εξαιτίας της έντονης περιγραφής κάποιων σκηνών, αλλά στο τέλος απαλλάσσεται λόγω των επαφών, που διατηρεί με πολιτικά πρόσωπα της Δεύτερης Αυτοκρατορίας. Λόγω αυτού του βιβλίου ο Γκυστάβ Φλωμπέρ θεωρείται εκπρόσωπος του Ρεαλισμού, του λογοτεχνικού κινήματος που αναπτύσσεται στη Γαλλία στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Οι εκπρόσωποι του συγκεκριμένου κινήματος αντλούν θέματα από την καθημερινή ζωή, όπως η δουλειά των ανθρώπων, οι συζυγικές σχέσεις και στοχεύουν στην απεικόνιση της αντικειμενικής πραγματικότητας, χωρίς να την εξιδανικεύουν. Ρεαλιστική σκηνή θεωρείται η περιγραφή των συμπτωμάτων της δηλητηρίασης της Έμμας από το αρσενικό, που παρουσιάζει ο Γκυστάβ Φλωμπέρ πριν αναφερθεί στο θάνατό της. Επιπλέον, λόγω του συγκεκριμένου έργου χαρακτηρίζεται αντιρομαντικός, δεδομένου ότι υπογραμμίζει την αρνητική επιρροή των αρχών του Ρομαντισμού στη ζωή της πρωταγωνίστριας. Από το συγκεκριμένο μυθιστόρημα γεννήθηκε ο όρος «Μποβαρίσμ» που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από το Γάλλο φιλόσοφο Ζυλ Ντε Γκωλτιέ, όταν το 1892 παρουσιάζει το δοκίμιο με τίτλο «Ο Μποβαρίσμ, Η Ψυχολογία στο έργο του Φλωμπέρ». «Μποβαρίσμ»  ονομάζεται η κατάσταση δυσαρέσκειας, που συναντιέται σε άτομα που πάσχουν από κάποια νευρωτική ασθένεια λόγω των μάταιων φιλοδοξιών τους και τους οδηγεί σε διαφυγή στον κόσμο του φανταστικού.

Το 1857 ξεκινάει τη συγγραφή ενός άλλου βιβλίου με τίτλο «Σαλαμπό» και θα το ολοκληρώσει το 1862. Πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα, του οποίου η συγγραφή οδήγησε τον Γκυστάβ Φλωμπέρ να ταξιδέψει μέχρι την Τυνησία για τη συγκέντρωση του υλικού, που ήταν απαραίτητο. Το έργο αναφέρεται σε μια παλιότερη εποχή, περίπου το 300 π.Χ και ο Γκυστάβ Φλωμπέρ προσπαθεί να παρουσιάσει ένα πολεμικό έργο βασιζόμενο σε αληθινά γεγονότα και παράλληλα εμπλουτισμένο με τα εξωτικά στοιχεία της Ανατολής. Πριν ξεκινήσει την συγγραφή, αναζητά πληροφορίες σε έργα άλλων δημιουργών όπως εκείνα του Έλληνα φιλοσόφου και ιστορικού  Ξενοφώντα, του Έλληνα ιστορικού Πλούταρχου, του Έλληνα πατέρα της Ιατρικής Ιπποκράτη.

Η ιστορία του συγκεκριμένου μυθιστορήματος εκτυλίσσεται στην Καρχηδόνα, που βρισκόταν στα βόρεια παράλια της Αφρικής, στη σημερινή Τυνησία. Το θέμα του βιβλίου προέρχεται από τον Πόλεμο των Μισθοφόρων, που είχε ως αποτέλεσμα την ήττα του καρχηδονικού στρατού. Οι μισθοφόροι γιορτάζουν το τέλος του πολέμου έξω από το παλάτι του Στρατηγού τους, συγκεκριμένα στους κήπους και καθώς θυμούνται όλα τα δεινά που πέρασαν αποφασίζουν να καταστρέψουν όλη την ιδιοκτησία του. Εκείνη τη στιγμή βγαίνει από το παλάτι η κόρη του Στρατηγού, η Σαλαμπό για να τους ηρεμήσει. Η κοπέλα είναι τόσο όμορφη και δύο άντρες από τους μισθοφόρους ερωτεύονται αμέσως μαζί της και ο ένας εκ των δύο θα προσπαθήσει να πάρει τη Καρχηδόνα, έτσι ώστε να κερδίσει την αγάπη της. Το ιστορικό μυθιστόρημα γνωρίζει άμεση επιτυχία, παρά τα αρνητικά σχόλια του του Γάλλου λογοτεχνικού κριτικού και συγγραφέα Σαρλ-Ωγκυστάν Σαιντ -Μπεβ, που πιστεύει ότι ένα λογοτεχνικό έργο αντικατοπτρίζει τη ζωή του συγγραφέα του και η ανάλυσή του πρέπει να γίνεται μέσω αυτής.

Από το 1864 ως το 1869, ο Γκυστάβ Φλωμπέρ ασχολείται αποκλειστικά με την συγγραφή ιστοριών, που θα αποτελέσουν το νέο του μυθιστόρημα με τίτλο «Η Αισθηματική Αγωγή» και θα αποκαλύψει την επιρροή που δέχεται από το έργο «Κρίνος στη Κοιλάδα» του Ονορέ Ντε Μπαλζάκ. Στην πραγματικότητα η συγγραφή του συγκεκριμένου έργου ξεκίνησε το 1838 και μέχρι το 1869, ο λογοτέχνης πρόσθετε διάφορες ιστορίες προερχόμενες από τη ζωή του. Μόλις κυκλοφόρησε, γνώρισε μικρή επιτυχία αλλά θα αποτελέσει αργότερα πηγή έμπνευσης για τους επόμενους μυθιστοριογράφους. «Η Αισθηματική Αγωγή» θεωρείται ως ένα μυθιστόρημα μάθησης, μόρφωσης ή εκπαίδευσης, αποτελώντας έτσι ένα καινούργιο λογοτεχνικό είδος, που έκανε την εμφάνισή του στη Γαλλία το 18ο αιώνα. Κάθε συγγραφέας, που παρουσιάζει έργο του συγκεκριμένου λογοτεχνικού είδους, θέλει να δείξει την πορεία του πρωταγωνιστή του, που βαδίζει στη ζωή χωρίς να έχει εμπειρία, γνωρίζει την αγάπη, το θάνατο, το μίσος, συναντά διάφορα εμπόδια και σταδιακά φθάνει στην ωρίμανση.

Ο πρωταγωνιστής της «Αισθηματικής Αγωγής» είναι ο Φρεντερίκ Μορώ, που στην ηλικία των 18 ετών έρχεται στο Παρίσι, για να ξεκινήσει τις σπουδές του. Εκεί γνωρίζει τη φιλία, την τέχνη, το κόσμο της πολιτικής, ερωτεύεται την  Κυρία Αρνού, γίνεται μάρτυρας επαναστάσεων από ανθρώπους που υποστηρίζουν τη μοναρχία, τη δημοκρατία ή την αυτοκρατορία. Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι εμπλουτισμένο με πραγματικές ιστορίες από τη ζωή του Γκυστάβ Φλωμπέρ, καθώς η Κυρία Αρνού εκπροσωπεί τον πρώτο του έρωτα την Ελίζα Σλέζινζε και οι επαναστάσεις προέρχονται από τη Γαλλική Επανάσταση του 1848, που βίωσε ο ίδιος. Το έργο κατατάσσει πάλι τον Γκυστάβ Φλωμπέρ στο κίνημα του Ρεαλισμού με τη διαφορά, όμως, ότι αυτή τη φορά δεν είναι έντονη η αντικειμενικότητα, αλλά η ειρωνεία αφού ο πρωταγωνιστής από τη μία παραθέτει πραγματικά στοιχεία και από την άλλη αρνείται την πραγματικότητα παρασυρόμενος από τις ρομαντικές του ιδέες.

Το 1866 απονέμεται στον Γκυστάβ Φλωμπέρ μετάλλιο από τη Λεγεώνα της Τιμής, ενώ το 1871 φυγαδεύεται μαζί με τη μητέρα του στο σπίτι της ανιψιάς του Καρολίν, αφού οι Πρώσσοι καταλαμβάνουν κάποιες περιοχές της Γαλλίας, μεταξύ των οποίων τη περιοχή Κρουασέτ, όπου διέμενε. Μετά από ένα χρόνο η μητέρα του πεθαίνει και για εκείνον ξεκινάει μια δύσκολη περίοδο, λόγω οικονομικών προβλημάτων. Βέβαια, δεν σταματά την συγγραφή των βιβλίων και το 1873 ξεκινά να γράφει ένα θεατρικό έργο με τίτλο «Ο Υποψήφιος», που θα ολοκληρωθεί το 1874 και η πρώτη παράσταση θα γίνει στις 11 Μαρτίου 1874 στο Θέατρο Ντυ Βωντβίλ, χωρίς όμως να είναι επιτυχής. Το συγκεκριμένο θεατρικό έργο αποτελεί ελαφρά κωμωδία χωρίς ψυχολογική ή ηθική επιδίωξη, δηλαδή ένα λογοτεχνικό είδος δραματικής σύνθεσης ή ελαφράς ποίησης, που διακόπτεται από τραγούδια ή χορούς και παντομίμες.

Το 1877 παρουσιάζει το τελευταίο ολοκληρωμένο λογοτεχνικό του έργο, έπειτα από τριάντα χρόνια συγγραφής. Πρόκειται για την συλλογή με τίτλο «Τρία Παραμύθια», που περιέχει τα τρία ακόλουθα παραμύθια διαφορετικού περιεχομένου : α) Μια απλή καρδιά, β) Ο μύθος του Σαν Ζουλιάν, ο Φιλόξενος, γ) Ηρωδιάς.

Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ που γνώρισε σημαντικές προσωπικότητες από το χώρο της τέχνης και της πολιτικής, που έγινε θέμα συζητήσεων λόγω των έργων του, που γνώρισε τη κοσμική ζωή στο Παρίσι, προς το τέλος της ζωής του έμεινε ολομόναχος. Αφήνει τη τελευταία του πνοή στις 8 Μαϊού 1880 στη κωμόπολη Κρουασέτ, έπειτα από εγκεφαλική αιμοραγία και ενταφιάζεται στο Μνημειώδες Κοιμητήριο στη Ρουέν.

Μετά το θάνατο του δημοσιεύονται αρκετά έργα του, τα οποία όμως δεν είναι ολοκληρωμένα. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζει το «Λεξικό Αποδεκτών Ιδεών» (1913), του οποίου η συγγραφή είχε ξεκινήσει από το 1850 και αποτελείται από περίπου από χίλια ουσιαστικά, των οποίων η ερμηνεία είναι αποκύημα της φαντασίας του λογοτέχνη.

Η μεγάλη προσωπικότητα της Γαλλικής Λογοτεχνίας, ο Γκυστάβ Φλωμπέρ,  επηρεάστηκε από το Ρομαντισμό, θεωρήθηκε ως εκπρόσωπος του Ρεαλισμού, ως αντιρομαντικός αλλά τα έργα του «Μαντάμ Μποβαρύ» και «Η Αισθηματική Αγωγή» τον κατατάσσουν στο λογοτεχνικό κίνημα του Νατουραλισμού. Πρόκειται για ένα ρεύμα λογοτεχνίας, που δημιουργείται από το Γάλλο συγγραφέα και δημοσιογράφο Εμίλ Ζολά προς τα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα. Αποτελεί την συνέχεια του Ρεαλισμού, αλλά τώρα οι εκπρόσωποί του δεν παρουσιάζουν απλά την πραγματικότητα, μέσω των ηρώων τους δείχνουν ότι ο άνθρωπος δρα ανάλογα με την κληρονομικότητα, τα ερεθίσματα του κοινωνικού και φυσικού περιβάλλοντος. Οι Νατουραλιστές δημιουργούν στα έργα τους μια υπόθεση, που αποδεικνύεται μέσω του πειραματισμού, αλλά συνήθως οι ήρωες τους έχουν τραγικό τέλος. Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ θα επηρεάσει τους επόμενους λογοτέχνες όπως τον Εμίλ Ζολά, τον Γκυ Ντε Μωπασάν, τον Αλφόνς Ντωντέ καθώς τους παρουσιάζει μια άλλη οπτική των καταστάσεων.

Κάθε επισκέπτης της Γαλλίας μπορεί να δει τα χειρόγραφα του Γκυστάβ Φλωμπέρ είτε για το έργο του «Η Αισθηματική Αγωγή» είτε για τα ταξίδια που πραγματοποίησε,  στην Ιστορική Βιβλιοθήκη της Πόλης του Παρισιού. Επιπλέον, μπορεί να επισκεφθεί το σπίτι, που έζησε τα παιδικά του χρόνια στη Ρουέν, το οποίο σήμερα έχει γίνει μουσείο και ονομάζεται Μουσείο Φλωμπέρ και της Ιστορίας της Ιατρικής.

Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ κατάφερε να εξωτερικεύσει όλες τις σκέψεις του, τα συναισθήματά του και τις απόψεις του γράφοντας μυθιστορήματα, παραμύθια, θεατρικά έργα και να αντιμετωπίσει όλες τις αντιξοότητες της ζωής στο βαθμό που μπορούσε. Εμείς μάλλον χρειάζεται να εμπνευστούμε από το διακεκριμένο Γάλλο Λογοτέχνη, ώστε να αντιμετωπίσουμε τη δική μας ζωή είτε από την οπτική του Ρομαντισμού, του Ρεαλισμού, του Νατουραλισμού είτε από μία δική μας νέα οπτική.

Οι φράσεις που παρουσιάζονται είναι από τα παρακάτω έργα:

  • «Μαντάμ Μποβαρύ»
  • «Η Αισθηματική Αγωγή»
  • «Σαλαμπό»
Seo wordpress plugin by www.seowizard.org.