Καμύ, Αλμπέρ (1913-1960)

Ο 20ος αιώνας θα υποδεχθεί τη γέννηση ενός ανθρώπου που θα αφήσει την προσωπική του σφραγίδα στη γαλλική λογοτεχνία και στη παγκόσμια φιλοσοφία. Ο Αλμπέρ Καμύ γεννιέται στις 7 Νοεμβρίου του 1913 στο Μοντοβί της Αλγερίας, που σήμερα ονομάζεται Ντρεάν, και από εκείνη τη στιγμή ξεκινά ένας διαφορετικός τρόπος σκέψης για την ανθρωπότητα.
Ο Καμύ είναι ο δεύτερος γιος του Λυσιέν Ωγκύστ Καμύ (1885-1914) και της Κατρίν Ελέν Σιντές (1882- ?). Η δουλειά του πατέρα του συνδέεται αποκλειστικά με τους αμπελώνες δεδομένου ότι εργάζεται ως υπεύθυνος κρασιών στο οινοπαραγωγικό κτήμα Chapeau du gendarme. Το 1909, παντρεύεται με την Κατρίν Ελέν Σιντές που γεννήθηκε στο Μπιρκαντέμ ενώ η καταγωγή της οικογένειάς της είναι από τη Μινόρκα της Ισπανίας. Αυτή η γυναίκα είναι κωφή και δεν ξέρει ούτε να διαβάζει ούτε να γράφει. Αλλά, μπορεί να συμμετέχει σε μία συζήτηση αφού καταλαβαίνει τα λόγια του συνομιλητή της διαβάζοντας τα χείλη του.
Ο Λυσιέν και η Κατρίν καλοδέχονται τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού το 1911. Είναι ο γιος τους που ονομάζεται Λυσιέν Ζαν Ετιέν. Μετά από δύο χρόνια, γεννιέται ο δεύτερος γιος τους, ο Αλμπέρ Καμύ. Αλλά ο Λυσιέν υποχρεώνεται ν’αφήσει τη σύζυγό του και τους γιους του για την αναχώρησή του στο στρατό το Σεπτέμβριο του 1914. Η μητέρα του Αλμπέρ ξέρει ότι η ανατροφή των παιδιών της θα έχει δυσκολίες λόγω της απουσίας του συζύγου της και για αυτό το λόγο αποφασίζει να εγκατασταθεί στο σπίτι της μητέρας της.
Ο Λυσιάν τραυματίζεται σοβαρά στο κεφάλι μετά από την έκρηξη μια οβίδας στη μάχη της Μάρνη. Χάνει την όρασή του και μεταφέρεται σε ένα βοηθητικό νοσοκομείο, στο σχολείο Sacré-Cœur. Όμως, ο τραυματισμός του έχει αρκετές επιπλοκές και πεθαίνει εκεί στις 11 Οκτωβρίου 1914.
Μετά το θάνατο του συζύγου της, η Κατρίν πρέπει να καθαρίζει σπίτια για να κερδίσει τα προς τα ζην. Ως αποτέλεσμα τα δυο μικρά της αγόρια περνούν το χρόνο τους με τη γιαγιά τους, η οποία, σύμφωνα με τα λόγια του Αλμπέρ, είναι μια γυναίκα «αγενής, υπερόπτρια, επιβλητική».
Επιπλέον η οικογενειακή ατμόσφαιρα δεν είναι πολύ καλή δεδομένου ότι η Κατρίν έχει δύο αδερφούς, τον Ετιέν και τον Ζοζέφ, οι οποίοι δεν διευκολύνουν τη ζωή. Το 1921, όλη η οικογένεια εγκαθίσταται στο Μπελκούρ που είναι μια λαϊκή γειτονιά στα ανατολικά του Αλγερίου. Όμως, ο Ζοζέφ τους παρατά και η Κατρίν είναι υποχρεωμένη να φροντίζει τα παιδιά της και τον άλλον της αδερφό.
Ωστόσο ο Αλμπέρ κάνει τις δικές του προσπάθειες κατά τη διάρκεια των σχολικών του ετών. Είναι μαθητής στο δημόσιο σχολείο και ο τρόπος σκέψης του παρατηρείται από το δάσκαλό του Λουί Ζερμάν ο οποίος του κάνει κάποια δωρεάν μαθήματα για να μπορέσει το μικρό αγόρι να μπει στη λίστα των υποψηφίων για υποτροφίες. Δίπλα στο δάσκαλό του, ο Αλμπέρ έχει τη δυνατότητα να ενημερωθεί για τις φρικαλεότητες του Ά Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) κατά τη διάρκεια του οποίου σκοτώθηκε ο πατέρας του. Το 1924, ο Αλμπέρ γίνεται δεκτός στο Μεγάλο Λύκειο στο Αλγέρι το οποίο θα μετονομαστεί σε λύκειο Μπιγκώ μετά το 1930. Τον Οκτώβριο του 1930, ξεκινά τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο στο Αλγέρι. Δείχνει, επίσης, ένα μεγάλο ενδιαφέρον για το ποδόσφαιρο και κάνοντας πολλές προπονήσεις, καταφέρνει να γίνει ένας πολύ καλός τερματοφύλακας στην ποδοσφαιρική ομάδα του πανεπιστημίου. Δύο μήνες μετά, μεταφέρεται στο νοσοκομείο Μουσταφά όπου οι γιατροί ανακοινώνουν ότι έχει προσβληθεί από φυματίωση. Παρ’όλο που θεραπεύεται, του απαγορεύουν να παίζει ποδόσφαιρο και ταυτόχρονα στερείται το δικαίωμα να συνεχίσει τη δημόσια εκπαίδευσή του.
Το 1931, ο Αλμπέρ εγκαταλείπει την οικογενειακή του εστία για να εγκατασταθεί στο σπίτι του θείου του και της θείας του Ακώλ. Το 1932, δημοσιεύει τα πρώτα του δοκίμια στο περιοδικό Sud. Επιπλέον, γνωρίζει το Γάλλο φιλόσοφο Ζαν Γκρενιέ (1898-1971) που γίνεται ο καθηγητής του και ο οποίος θα τον εισάγει στον κόσμο της φιλοσοφίας, Ο Αλμπέρ ερωτεύεται τη Σιμόν Ιέ (1914-1970) και θέλει να παντρευτεί μαζί της. Όμως, αυτή η σχέση δε γίνεται αποδεκτή από τον Γκυστάβ Ακώλ και ο Αλμπέρ αποφασίζει να μην υπακούσει στο θείο του. Συνεπώς, φεύγει από το σπίτι το 1933 για να κρατήσει τη σχέση του. Κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονιάς, μπαίνει στη Φιλοσοφική Σχολή στο Αλγέρι και το 1934 παντρεύεται με τη Σιμόν. Όμως, προβλήματα εμφανίζονται στο ζευγάρι επειδή η νεαρή γυναίκα πέφτει στη παγίδα της τοξικομανίας.
Η χρονιά 1935 έχει μεγάλη σημασία για τον Αλμπέρ Καμύ δεδομένου ότι αναλαμβάνει διάφορες ασχολίες. Πρώτον, ξεκινά τη συγγραφή μιας αυτοβιογραφικής συλλογής με τον τίτλο «Σημειωματάρια» που θα δημοσιευθεί μετά το θάνατό του. Δεύτερον, προσχωρεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Αλγερίας αφού οι πολιτικές του πεποιθήσεις τείνουν προς την εργατική τάξη και την αντιαποικιοκρατία. Τρίτον, ιδρύει, έχοντας την υποστήριξη του Κομμουνιστικού Κόμματος, μαζί με τους φίλους του το Θέατρο της Εργασίας.
Το 1936, ο Αλμπέρ καταφέρνει να πάρει το Δίπλωμα Ανωτάτων Σπουδών Φιλολογίας και αποφασίζει να δώσει ακόμα μια ευκαιρία στο γάμο του. Έτσι, εκείνος και η Σιμόν, κάνουν ένα μεγάλο ταξίδι στη Κεντρική Ευρώπη αλλά η σχέση τους παίρνει τέλος, αφού χωρίζουν.
Παρά τα προσωπικά του προβλήματα, ο Καμύ δημοσιεύει το πρώτο του έργο, ένα αυτοβιογραφικό δοκίμιο με τον τίτλο «Απ’την καλή κι απ’την ανάποδη» στο Αλγέρι. Αρχικά, περιγράφει τη ζωή του και εκείνη της μητέρας του καθώς ζούσαν στη γειτονιά Μπελκούρ. Έπειτα, αναφέρεται σε δύο ταξίδια, σε εκείνο στις Βαλεαρίδες Νήσους και σε εκείνο στη Πράγα. Η συγγραφή του είναι γεμάτη με αναμνήσεις και σκέψεις που παρουσιάζονται μέσω του συμβολισμού. Η «ανάποδη» συμβολίζει το άγχος που συνδέεται με το παράδοξο του κόσμου και η «καλή» συμβολίζει την ομορφιά.
Από τη μία ο Αλμπέρ προσπαθεί να εκφράσει αυτό που πιστεύει μέσω της λογοτεχνίας και από την άλλη αντιλαμβάνεται ότι δε μπορεί να υπερασπιστεί τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Συνειδητοποιεί συγκεκριμένα ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Αλγερίας, του οποίου είναι μέλος, δεν ακολουθεί την ιδεολογία του. Έτσι, αποδεσμεύεται και ψάχνει έναν άλλο τρόπο για να εκφράσει τις ιδέες του μακριά από την εξουσία η οποία διευθύνεται από την υποκρισία. Προσπαθεί να εκφραστεί μέσω των θεατρικών του παραστάσεων οι οποίες θα πραγματοποιούνται στο θέατρό του το οποίο θα ονομάζεται από εδώ και πέρα Θέατρο της Ομάδας. Σκοπός του είναι να δημιουργήσει ένα λαϊκό θέατρο όπου κάθε καλλιτέχνης θα έχει την ελευθερία να δημιουργεί και να λέει αυτό που θέλει.
Το 1938, ο Αλμπέρ Καμύ ξεκινάει την καριέρα του στη δημοσιογραφία μπαίνοντας στη συντακτική ομάδα ενός αλγερινού τύπου που ονομάζεται Alger républicain. Πρόκειται για μια εφημερίδα της οποίας οι εκδότες της έχουν μια δεξιά προοδευτική τάση και το οποίο στηρίζει την ιδεολογία του λαϊκού μετώπου. Ο Αλμπέρ προσπαθεί να αγωνιστεί για τις ιδέες του μέσω της δημοσιογραφίας εφόσον έχει την ευκαιρία να εκθέσει τα πιστεύω του σε ένα μεγάλο κοινό. Έτσι, δημοσιεύει το ρεπορτάζ με τον τίτλο «Η μιζέρια στην Καμπυλία» προσπαθώντας να εξηγήσει την άδικη συμπεριφορά προς έναν άνθρωπο που είναι χωρίς δυνάμεις αφού δεν έχει τίποτα να φάει. Αυτό το ρεπορτάζ δεν γίνεται καλώς αποδεκτό από την κυβέρνηση της Αλγερίας και θα αποτελέσει το λόγο της μετεπείτα αποχώρησής του.
Καθώς ο Αλμπέρ Καμύ γράφει για την εφημερίδα, δεν εγκαταλείπει τη συγγραφή του. Συγκεκριμένα, προετοιμάζει ένα αυτοβιογραφικό έργο και ένα θεατρικό έργο. Συνεπώς, το Μάιο του 1939, δημοσιεύει σε αντίτυπα μια συλλογή που περιέχει τέσσερα αυτοβιογραφικά κείμενα με τον τίτλο «Γάμοι». Ο συγγραφέας αποκαλύπτει τις σκέψεις του κατά τη διάρκεια των μεγάλων δυσκολιών της ζωής του και ταυτόχρονα εξυμνεί όλες τις ομορφιές της φύσης.
Επιπλέον, ολοκληρώνει τη συγγραφή του θεατρικού του έργου σε τέσσερις πράξεις «Καλιγούλας», αλλά δε μπορεί να το δημοσιεύσει δεδομένου ότι ο ΄Β Παγκόσμιος Πόλεμος (1939-1945) ξεσπά. Η ιστορία αυτού του θεατρικού διαδραματίζεται γύρω από τον τυραννικό Ρωμαίο Αυτοκράτορα Καλιγούλα (12-41) ο οποίος αρνείται όλους τους ανθρώπους μετά το θάνατο της αδερφής του και της ερωμένης του Ντρουσίλας (16-38) εφόσον αυτός ο κόσμος είναι ανυπόφορος για εκείνον. Φθάνει στο σημείο να ζήσει σε ένα μη πραγματικό κόσμο όπου βασιλεύει μόνο η δική του λογική. Ο σκοπός του είναι να βρει το αδύνατο και καταλήγει να καταστρέφει τους άλλους.
Το 1940, η γενική κυβέρνηση της Αλγερίας αποφασίζει την απαγόρευση της κυκλοφορίας του ημερησίου τύπου Alger républicain και συνεπώς ο Αλμπέρ πρέπει να φύγει από τη χώρα του. Φθάνει στο Παρίσι όπου ξεκινά να εργάζεται σε γαλλικό ημερήσιο τύπο. Πιο συγκεκριμένα, μπαίνει στην συντακτική ομάδα του Paris-Soir και ταυτόχρονα ιδρύει το περιοδικό του Rivage.
Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, ο Αλμπέρ παίρνει μια μεγάλη απόφαση σχετικά με τη προσωπική του ευτυχία. Αποφασίζει να παντρευτεί ακόμα μiα φορά δεδομένου ότι είναι ερωτευμένος με τη Φρανσίν Φωρ (1914-1979). Αλλά, ο Αλμπέρ απολύεται από το Paris-Soir και το ζευγάρι μετακομίζει στο Οράν της Αλγερίας για να μείνει με τους γονείς της Φρανσίν.
Είναι το 1942 όπου ο Αλμπέρ Καμύ θα προσελκύσει την προσοχή του λογοτεχνικού κοινού και θα δημιουργήσει ερωτήματα μετά την αποκάλυψη των φιλοσοφικών του θέσεων μέσα από την έκδοση των έργων του. Πρώτον, το μυθιστόρημά του με τον τίτλο «Ο Ξένος», χωρισμένο σε δύο μέρη, εκδίδεται από τις εκδόσεις Γκαλιμάρ. Πρόκειται περισσότερο για ένα μονόλογο δεδομένου ότι ο ήρωας Μερσώ, που κατοικεί στο Αλγέρι της γαλλικής Αλγερίας, αφηγείται μερικά σημαντικά γεγονότα. Η συγγραφή αυτού του βιβλίου δεν είναι περίπλοκη αφού ο Αλμπέρ χρησιμοποιεί το πρώτο πρόσωπο ενικού δίνοντας την ευκαιρία στον αναγνώστη να κατανοήσει καλύτερα όλη την ιστορία και να κάνει μια εκ βαθέως ανάλυση της φιλοσοφίας του συγγραφέα. Φαίνεται ότι ο πρωταγωνιστής είναι μια κρύα προσωπικότητα χωρίς συναισθήματα αφού δεν κλαίει, δεν αντιδρά, δεν προσπαθεί να πει ψέμματα για να σώσει τη ζωή του. Στην πραγματικότητα ο Καμύ παρουσιάζει ένα πρόσωπο που δεν προσαρμόζεται σε ένα συγκεκριμένο καθεστώς, που δεν υπακούει στους κανόνες της κοινωνίας αλλά ακολουθεί τη λογική του σύμφωνα με την οποία θέλει πάντα να λέει την αλήθεια δείχνοντας με αυτό τον τρόπο ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα με την ύπαρξη του.
Μετά από κάποιους μήνες, ο Αλμπέρ παρουσιάζει ακόμα μια φορά τη φιλοσοφία του σχετικά με την ελευθερία του ανθρώπου να κάνει αυτό που θέλει και με την προσωπική επανάσταση. Αυτή τη φορά είναι εμπνευσμένος από την ελληνική μυθολογία που τον οδηγεί να περιγράψει μια άλλη πλευρά του συγκεκριμένου μύθου. Έτσι, δημοσιεύει το δοκίμιό του «Ο Μύθος του Σισύφου» στις εκδόσεις Γκαλιμάρ. Ο Καμύ παίρνει τον ελληνικό μύθο σύμφωνα με τον οποίο ο Σίσυφος ζει σε μια κατάσταση συνεχούς στεναχώριας μετά την τιμωρία του από τους θεούς λόγω των πράξεων του. Ο συγγραφέας αποφασίζει να αποδείξει ότι η τιμωρία του Σίσφου δεν τον καταδικάζει στη μιζέρια αλλά στην ευτυχία. Ο ήρωας είναι ευτυχισμένος δεδομένου ότι ζει σε ένα συγκεκριμένο κόσμο όπου ακούει τους ήχους του βράχου κατά τη διάρκεια όλης της ημέρας και ταυτόχρονα έχει μια ασχολία. Έτσι, βρίσκει την ευτυχία του μέσω της επανάληψης της ίδιας πράξης παρά το παραλογισμό της κατάστασης.
Το 1943, ο Αλμπέρ Καμύ βρίσκεται ξανά στο Παρίσι και συναντάει το μεγάλο φιλόσοφο της εποχής του τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ (1905-1980) με τον οποίο συνδέεται με μια φιλία η οποία δε θα διαρκέσει αρκετό καιρό. Κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονιάς, γίνεται αναγνώστης στις εκδόσεις Γκαλιμάρ και αναλαμβάνει τη διεύθυνση της γαλλικής εφημερίδας Combat.
Το 1944, ο Αλμπέρ γνωρίζει τη Μαρία Καζαρές (1922-1996) και τα δύο τους πρόσωπα ζουν ένα παθιασμένο έρωτα. Ωστόσο, ο Αλμπέρ παραμένει παντρεμένος με την Φρανσίν που υποφέρει από κατάθλιψη και η κατάστασή της χειροτερεύει όταν αυτή η σχέση γίνεται δημοσίως γνωστή.
Παρ’όλο που η ιδιωτική ζωή του Καμύ είναι αντιμέτωπη με αρκετά προβλήματα, ο συγγραφέας δεν εγκαταλείπει τη δημοσιογραφία. Γράφει συχνά άρθρα για την εφημερίδα Combat και δε διστάζει να εκφράσει την άποψή του για το βομβαρδισμό της Χιροσίμα. Συγκεκριμένα, είναι ο μόνος διανοούμενος της Δύσης που ισχυρίζεται δημοσίως ότι είναι ενάντια στη χρήση της ατομικής βόμβας. Στις 5 Σεπτεμβρίου, ο Αλμπέρ Καμύ θα γνωρίσει τη μεγαλύτερη χαρά της ζωής του αφού γίνεται πατέρας. Η Μαρία Καζαρές γεννάει τα δίδυμα Κατρίν και Ζαν.
Το 1947, αποφασίζει να αποσυρθεί από την εφημερίδα Combat και τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς, ο Αλμπέρ Καμύ γνωρίζει μια μεγάλη λογοτεχνική επιτυχία μετά τη δημοσίευση του μυθιστορήματός του με τον τίτλο «Η Πανούκλα» από τις εκδόσεις Γκαλιμάρ. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που δε μιλάει για το παραλογισμό, αλλά πολύ απλά για την ανθρώπινη αλληλεγγύη. Ταυτόχρονα, αποτελεί ένα αλληγορικό έργο αφού αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη περίοδο που επηρέασε ριζικά την ανθρώπινη φύση. Η ιστορία διαδραματίζεται στο Οράν όπου οι κάτοικοι υποχρεούνται να είναι αποκλεισμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο επειδή έχουν χτυπηθεί από την επιδημία της πανούκλας. Αυτή η ιστορία είναι εμπνευσμένη από μια επιδημία που ξέσπασε στο Αλγέρι το 1944 και από τη βουβωνική πανούκλα που ξέσπασε στο Οράν το 1945.
Ο βασικός πρωταγωνιστής αυτού του μυθιστορήματος είναι ο γιατρός Ριέ που κάνει ό,τι μπορεί για να θεραπεύσει τους κατοίκους της πόλης του. Ξέρει ότι αυτό δεν είναι δυνατό, αλλά συνεχίζει τον αγώνα του ακόμα και όταν κάθε ελπίδα έχει σβηστεί. Αυτό το μυθιστόρημα πλημμυρίζει τον αναγνώστη μ’ένα κύμα συναισθημάτων καθώς διαβάζει όλες τις γραμμές του που περιγράφουν την καθημερινή ζωή των κατοίκων του Οράν. Δεν έχουν καμία σχέση με τον εξωτερικό κόσμο και κάθε στιγμή προσπαθούν να επιβιώσουν. Ο θάνατος κυριαρχεί σε αυτή τη πόλη εφόσον κάθε μέρα οι άνθρωποι πεθαίνουν, οι γονείς χάνουν τα παιδιά τους, οι σύζυγοι τις γυναίκες τους και σίγουρα το αντίθετο. Παράλληλα υπάρχουν πρόσωπα που συνεχίζουν να ονειρεύονται τη ζωή τους μετά το τέλος της πανούκλας. Δεν θέλουν να πέσουν στην παγίδα του θανάτου και καταλαβαίνουν ότι μπορούν να να τα βγάλουν πέρα μέσα από τη συνεργασία, τη αλληλεγγύη, την αγάπη τους για τη ζωή, για την περιοχή όπου γεννήθηκαν. Συνεπώς, όλοι αγωνίζονται ενάντια στο θάνατο και υπέρ της ζωής μέχρι την ημέρα όπου το κρύο φθάνει και εξαφανίζει την πανούκλα.
Φαίνεται ότι ο Αλμπέρ αναπτύσσει ανθρώπινες αξίες που είναι επαρκείς για να μείνουν όλοι ενωμένοι κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας. Αλλά, ο συγγραφέας περιγράφει ταυτόχρονα την ενότητα των ανθρώπων κατά τη διάρκεια του ΄Β Παγκοσμίου Πολέμου και τον αγώνα τους ενάντια στην γερμανική Κατοχή. Συγκεκριμένα, αυτό το μυθιστόρημα δείχνει μ’έναν αλληγορικό τρόπο τις προσπάθειες των ανθρώπων να απαλλαχτούν από τη γερμανική Κατοχή δημιουργώντας την Αντίσταση. Επιπλέον, η εξάπλωση της συγκεκριμένης Κατοχής αναπαρίσταται από την εξάπλωση των ποντικιών στην πόλη Οράν. Εξάλλου, ο Αλμπέρ παραδέχεται σε ένα γράμμα προς τον Γάλλο κριτικό Λογοτεχνίας Ρολάν Μπαρτ (1915-1980) ότι το μυθιστόρημά του είναι μια αλληγορία του ΄Β Παγκοσμίου Πολέμου.
Το 1948, ο Αλμπέρ Καμύ παρουσιάζει το νέο του έργο που πραγματεύεται θέματα που αφορούν όλη την ανθρωπότητα. Πρόκειται για το θεατρκό του έργο «Κατάσταση πολιορκίας» μέσα από το οποίο ο συγγραφέας μιλάει για τον χειρισμό των ανθρώπων από το φόβο τους. Γενικά, ο Αλμπέρ πιστεύει ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να υποτάσσονται στην απειλή μιας επιδημίας ή μιας απόλυτης δύναμης. Κάθε πρόσωπο πρέπει να αγωνίζεται ενάντια στο φόβο μέσα από την επανάσταση για να μπορέσει να ζήσει ελεύθερα.
Το 1951, ο Αλμπέρ Καμύ δημοσιεύει το μυθιστόρημά του «Ο επαναστατημένος Άνθρωπος» και ακόμα μια φορά παρουσιάζει τη φιλοσοφία του σχετικά με την επανάσταση. Συγκεκριμένα αναλύει την σημασία της χωρίζοντας το έργο του σε πέντε μέρη. Ωστόσο ο σκοπός του είναι να εξηγήσει τους λόγους μιας επανάστασης και τα όρια της. Αρχικά, διευκρινίζει ότι κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να κάνει την επανάστασή του ενάντια σε μια ανυπόφορη κατάσταση ή ενάντια στην τυραννία ενός άλλου ατόμου. Σε αυτή την περίπτωση, επαναστατεί εφόσον δε θέλει πια να ζει ως σκλάβος, αλλά πρέπει να μην ξεπεράσει τα όρια επειδή θα γίνει σαν τον αφέντη του. Έπειτα, αναφέρει ότι ένας άνθρωπος μπορεί να χαρακτηριστεί ως επαναστατημένος μέσα από τις πράξεις του και ότι κάθε επανάσταση προέρχεται από την απώλεια της υπομονής ή από την επιθυμία να ζήσει διαφορετικά. Επιπλέον, ο σκοπός του επαναστατημένου ανθρώπου δεν είναι ν’αλλάξει τη νοοτροπία των ανθρώπων, αλλά πολύ απλά ν’αλλάξει το δικό του τρόπο ζωής.
Η δημοσίευση αυτού του βιβλίου του Αλμπέρ Καμύ δεν του προσφέρει μεγάλη επιτυχία, αλλά κάποιους εχθρούς οι οποίοι δεν δέχονται τη φιλοσοφική του θεωρία. Το 1952, ένα άρθρο που γράφεται από τον Φρανσί Ζανσόν (1922-2009) δημοσιεύεται στο περιοδικό Οι μοντέρνοι καιροί του οποίου ιδρυτής είναι ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Μερικούς μήνες μετά, ο Αλμπέρ απαντάει προσωπικά στον Σαρτρ μέσω της δημοσίευσης ενός άρθρου στο συγκεκριμένο περιοδικό. Επιπλέον, ο Σαρτρ δίνει την απάντησή του στον Καμύ και η φιλία τους φθάνει στο τέλος της.
Καθώς ο καιρός περνάει, η ψυχολογική κατάσταση της Φρανσίν δε βελτιώνεται και αυτό έχει συνέπειες για τον Αλμπέρ ο οποίος ισχυρίζεται ότι δε μπορεί πλέον να γράψει. Ωστόσο, δημοσιεύει ένα βιβλίο που περιέχει οκτώ νουβέλες και το οποίο είχε ολοκληρώσει τη προηγούμενη χρονιά. Πρόκειται για «Το καλοκαίρι» που δημοσιεύεται στις εκδόσεις Γκαλιμάρ μέσα από το οποίο ο Καμύ παρουσιάζει όλες τις ομορφιές της Μεσογείου περιγράφοντας την Αλγερία και την Ελλάδα. Εντωμεταξύ, ο πόλεμος στην Αλγερία ξεκινάει την 1η Νοεμβρίου του 1954.
Ο Αλμπέρ Καμύ δε μπορεί να κάνει κάτι για να βοηθήσει τη σύζυγό του και ταυτόχρονα δεν καταφέρνει να γράψει. Έτσι, το 1955, κάνει κάποια ταξίδια όπως το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα. Επιπλέον, δείχνει ένα μεγάλο ενδιαφέρον για τη δημοσιογραφία και μπαίνει στο εβδομαδιαίο γαλλικό περιοδικό L’Express.
Κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονιάς, η κατάσταση στην Αλγερία βρίσκεται ένα βήμα πριν την τελική της καταστροφή δεδομένου ότι οι πολίτες μάχονται μεταξύ τους. Ωστόσο, η παρέμβαση του γαλλικού στρατού δεν επιφέρει την ειρήνη διότι το χάσμα ανάμεσα στις ευρωπαϊκές και μουσουλμανικές κοινότητες γίνεται μεγαλύτερο. Συνεπώς, αρκετοί φιλελεύθεροι από το Αλγέρι προσπαθούν να σώσουν τη πατρίδα τους υποστηρίζοντας την ύπαρξη ειρήνης. Θεωρούν ότι ο Αλμπέρ θα μπορέσει να πείσει τους ανθρώπους να σταματήσουν τη διαμάχη και τον καλούν να παρουσιάσει την άποψή του μέσα από το λόγο του.
Ο Αλμπέρ Καμύ φθάνει στην Αλγερία και καθώς προετοιμάζει τα λόγια του, αρκετές προσπάθειες γίνονται με σκοπό οι Ευρωπαίοι και μουσουλμάνοι φιλελεύθεροι να συμμετάσχουν σε ένα κοινό διάλογο. Τον Ιανουάριο του 1956, όλα είναι έτοιμα για την πραγματοποίηση ενός διαλόγου από κοινού κατά τη διάρκεια του οποίου οι συνομιλητές θα εκθέσουν τη γνώμη τους για την ύπαρξη πιθανής ειρήνης. Ο Καμύ ξεκινάει να μιλάει παρουσιάζοντας το λόγο του «Η έκκληση για μια εκεχειρία των πολιτών» μέσα από τον οποίο προτείνει την παύση της σφαγής μεταξύ των πολιτών. Αλλά οι προτάσεις του δεν γίνονται καλοδεχούμενες και οι παρευρεθέντες επαναστατούν εναντίον του φωνάζοντας, πετώντας πέτρες ή λέγοντας προσβολές. Έτσι, υποχρεούται να φύγει από το Αλγέρι όντας υπό προστασία. Γενικά, τα λόγια του δεν γίνονται καλώς κατανοητά και αυτό έχει ως αποτέλεσμα κανείς να μη γνωρίσει το έργο του Αλμπέρ όσο εκείνος ζει.
Το 1956, ο Αλμπέρ δημοσιεύει το νέο του βιβλίο υπό τις εκδόσεις Γκαλιμάρ το οποίο έχει ένα απόλυτα απαισιόδοξο χαρακτήρα και παρουσιάζει την ψυχολογική κατάσταση του συγγραφέα αφού δέχθηκε την επίθεση από τους συμπατριώτες του. Πρόκειται για το έργο «Η Πτώση» που παρουσιάζει το μονόλογο του δικηγόρου Ζαν-Μπατίστ Κλεμένς καθώς εκείνος κάνει τη δική του εξομολόγηση σε ένα άτομο σε κάποιο μπαρ στο Άμστερνταμ.
Κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονιάς, ο Καμύ κάνει τη θεατρική διασκευή του έργου «Ρέκβιεμ για μια καλόγρια» που γράφτηκε από τον Γουίλιαμ Φώκνερ (1897-1962). Είναι η χρονιά όπου ερωτεύεται μια άλλη γυναίκα, τη Κατρίν Σελλέρ (1926-2014) που έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο.
Το 1957, ο Αλμπέρ Καμύ λαμβάνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας για όλη του την συνεισφορά στο λογοτεχνικό χώρο. Παρ’όλο που τα έργα του μαρτυρούν την ψυχή ενός επαναστατημένου ανθρώπου που δεν αποδέχεται την υποκρισία και την αδικία, το λογοτεχνικό του πνεύμα αναγνωρίζεται τελικά. Εξάλλου, ο Καμύ είναι ο συγγραφέας που μιλάει κυρίως για τις ανθρώπινες αξίες και που τολμάει να αποκαλύψει όλα τα προβλήματα που απασχολούν την σκέψη κάθε προσώπου. Γράφει για να μιλήσει για την ανθρώπινη συνείδηση, την αλήθεια, τον έρωτα, τα ψέμματα, τη ειρήνη, τον πόλεμο, την ισότητα. Συνεπώς, όλοι δέχονται το λογοτεχνικό του έργο και τον εκτιμούν για την προσωπικότητά του.
Κατά τη διάρκεια της χρονιάς 1957, ο Αλμπέρ Καμύ δημοσιεύει ακόμα δύο βιβλία που αποκαλύπτουν σκέψεις και συναισθήματα. Πρώτον, το δοκίμιο με τον τίτλο «Σκέψεις για τη θανατική ποινή» δημοσιεύεται από τις εκδόσεις Καλμάν-Λεβί. Πρόκειται για ένα δοκίμιο που γράφεται από τον Καμύ και τον Άρθουρ Κέσλερ με σκοπό να εκφράσουν την γνώμη τους για τη θανατική ποινή. Έπειτα, δημοσιεύει το τελευταίο του βιβλίο με τον τίτλο «Η εξορία και το βασίλειο» που περιέχει έξι νουβέλες. Ο Αλμπέρ παρουσιάζει ήρωες που ζουν στην Αλγερία, στη Γαλλία ή στη Βραζιλία και ψάχνουν το βασίλειό τους, δηλαδή την ευτυχία και κατά ένα πιο γενικό τρόπο το νόημα της ύπαρξής τους.
Το 1958, οι «Λόγοι από τη Σουηδία» δημοσιεύονται από τις εκδόσεις Γκαλιμάρ. Πρόκειται για μια συλλογή λόγων που εκφώνησε ο Αλμπέρ αφού έλαβε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ο Καμύ εξηγεί ότι ο ρόλος του κάθε συγγραφέα είναι να προκαλέσει τα αισθήματα των αναγνωστών του και για να το κάνει αυτό, πρέπει να μιλήσει για επίκαιρα θέματα ή να αποκαλύψει τις σκέψεις του και τα συναισθήματά του. Αναφέρεται στην θέση της τέχνης στην κοινωνία της εποχής του υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι η συγγραφή είναι ικανή να κάνει κάθε συγγραφέα υπεύθυνο.
Εκείνη τη χρονιά, ο Αλμπέρ δε γράφει πια, αλλά κάνει ταξίδια στην Αλγερία και την Ελλάδα, πιο συγκεκριμένα στις Κυκλάδες. Επιπλέον, αγοράζει ένα σπίτι στη Λουρμαρέν όπου μπορεί να ζήσει ήρεμα απολαμβάνοντας τις ομορφιές της φύσης.
Το 1959, παίρνει την απόφαση να εγκατασταθεί μόνιμα στη Λουρμαρέν και κάνει εμφανίσεις στην τηλεόραση ή δίνει συνεντεύξεις. Με αυτό τον τρόπο, έχει την ευκαιρία να μιλήσει για το έργο του, τη φιλοσοφία του και γενικά για τη συγγραφή του.
Ο Αλμπέρ Καμύ και ο φίλος του Μισέλ Γκαλιμάρ, ανιψιός του εκδότη Γκαστόν Γκαλιμάρ (1881-1975), επιστρέφουν από τη Λουρμαρέν με αυτοκίνητο στις 4 Ιανουαρίου του 1960. Κατευθύνονται προς το Παρίσι όταν το νήμα της ζωής τους κόβεται απότομα εξαιτίας ενός ατυχήματος. Οι δύο άνδρες τραυματίζονται θανάσιμα και έτσι αφήνουν την τελευταία τους στο σημείο 6 της Εθνικής Οδού (διαδρομή από τη Λυών στο Παρίσι), στη Βιλμπλεβέν της Υον.
Ο θάνατος του Αλμπέρ Καμύ θα αναστατώσει το λογοτεχνικό κόσμο και σίγουρα τον πολιτικό της Γαλλίας. Αυτή η προσωπικότητα, που αγωνίστηκε για τις ιδέες της, που ανέπτυξε την πολιτική της μέσω της δημοσιογραφίας, που υπερασπίστηκε τους φτωχούς, που προσπάθησε να καταργήσει την ανθρώπινη αδικία, δεν κατάφερε να νικήσει το θάνατο. Ο Καμύ είναι ο επαναστάτης της σύγχρονης λογοτεχνίας που ήταν κατά της θανατικής ποινής αλλά που τιμωρήθηκε με έναν απρόσμενο θάνατο.
Ωστόσο ο θάνατος του Αλμπέρ Καμύ τραβάει την προσοχή του κοινού που προσπαθεί να εξηγήσει τα αίτια του ατυχήματος. Οι εφημερίδες εκείνης της εποχής μιλούν για σκάσιμο λάστιχου, για κρίση επιληψίας ή για αδιαθεσία του οδηγού, δηλαδή του Μισέλ Γκαλιμάρ. Καθώς ο καιρός περνάει άλλες γνώμες προβάλλονται. Έτσι, ήταν ο Γάλλος συγγραφέας Ρενέ Ετιάμπλ (1909-2007) που υποστήριξε ότι το ατύχημα έγινε επειδή το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, το Facel Vega, ήταν ένα «φέρετρο». Επιπλέον, το 2011, ο Ιταλός πανεπιστημιακός Τζιοβάννο Κατέλλι μιλάει για αυτό το ατύχημα στον καθημερινό ιταλικό τύπο Corriere della Sera, υποστηρίζοντας ότι ο Αλμπέρ Καμύ θα μπορούσε να έχει δολοφονηθεί από την KGB υπό τις διαταγές του Σοβιετικού Υπουργού Εξωτερικών Υποθέσεων Ντιμίτρι Σεπίλοβ (1905-1995) επειδή ο συγγραφέας είχε κατηγορήσει την καταστολή της εξέγερσης στη Βουδαπέστη σε ένα άρθρο του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Franc-Tireurs το Μάρτιο του 1957.
Ο Αλμπέρ Καμύ κηδεύτηκε στον τόπο που τόσο αγαπούσε, στη Λουρμερέν και πιο συγκεκριμένα στο χωριό Λυμπερόν. Στις 19 Νοεμβρίου του 2009, ο Γάλλος Πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί προτείνει τη μεταφορά της σορού του Αλμπέρ στο Πάνθεον. Όμως, ο γιος του Ζαν αντιτίθεται σε αυτό καθώς σκέφτεται ότι θα μπορούσε να προκαλέσει μια πολιτική αναστάτωση.
Ο σκοπός του Αλμπέρ Καμύ, όταν έγραφε, δεν ήταν να προσφέρει μόνο ψυχαγωγία ή κάποιες στιγμές ξεκούρασης στο κοινό του. Αντιθέτως, προσπαθούσε να τους αποκαλύψει τις φιλοσοφικές του σκέψεις για την ανθρώπινη ύπαρξη και για την προσαρμογή του στον κόσμο της εποχής του. Η φιλοσοφία του συγκεντρωνόταν γύρω από το παράλογο και την επανάσταση με την προοπτική να δώσει κάποιες συγκεκριμένες απαντήσεις σε ερωτήσεις που θέτει σχεδόν κάθε άνθρωπος. Ο Καμύ θεωρεί ότι ο παράλογος άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που δεν δέχεται τον κόσμο όπως είναι ή δεν ακολουθεί κανόνες για να ζήσει. Αντίθετα, ο παράλογος, δηλαδή η ανθρώπινη συνείδηση περιπλανιέται σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν τον βοηθάει να κατανοήσει ποιο είναι το νόημα της ζωής του ή το νόημα αυτού του κόσμου.
Για να μπορέσει ο Αλμπέρ Καμύ να εξηγήσει καλύτερα τον παράλογο άνθρωπο, ταξινομεί κάποια από τα έργα του στον «κύκλο του παραλόγου». Με αυτό τον τρόπο ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να ανακαλύψει τις ανησυχίες αυτού του ανθρώπου διαβάζοντας τις ιστορίες «Ο Ξένος», «Ο Μύθος του Σισύφου», «Καλιγούλας» και «Η Παρεξήγηση».
Είναι εμφανές ότι ο παράλογος άνθρωπος θέλει να ζήσει και πιο συγκεκριμένα θέλει να ζήσει το τώρα ελπίζοντας ότι ένας άλλος άνθρωπος θα του εξηγήσει το νόημα της ζωής. Συνεπώς, δεν παραιτείται από τη ζωή επιλέγοντας την αυτοκτονία δεδομένου ότι δε θα του δώσει την απάντηση που αναζητά. Έτσι, κάνει την επανάστασή του ενάντια στο θάνατο και απολαμβάνει ακόμα και τις δύσκολες στιγμές καθώς αντιλαμβάνεται τις καταστάσεις από μια άλλη οπτική. Ωστόσο, η επανάστασή του δεν ξεπερνά τα όρια της λογικής και σέβεται τους άλλους ανθρώπους. Η επανάσταση του Καμύ συνίσταται σε μια προσωπική ευτυχία που δεν είναι ενάντια σε όλα και σε όλους.
Η δημιουργία του «κύκλου της επανάστασης» παρουσιάζει καθαρά αυτό τον τύπο επανάστασης που είναι απόλυτα ανθρώπινος. Συνεπώς, το λογοτεχνικό κοινό προσπαθεί να αντιληφθεί τη φιλοσοφία του Καμύ διαβάζοντας «Ο Επαναστημένος άνθρωπος», «Οι Δίκαιοι», «Η κατάσταση πολιορκίας» και «Η Πανούκλα». Ο συγγραφέας μιλάει για μια επανάσταση ενάντια στην αδικία και υπέρ της ελευθερίας της σκέψης, της ζωής. Παρουσιάζει τον παράλογο άνθρωπο που ανακαλύπτει την χαρά καθώς συνυπάρχει με τους άλλους ανθρώπους και που κατανοεί ότι κάθε άνθρωπος δε μπορεί να ζήσει χωρίς τον άλλον ή ενάντια σε αυτόν.
Ο Αλμπέρ Καμύ αποτελεί σήμερα το σύμβολο της σύγχρονης φιλοσοφίας που επηρεάζει κάθε γενιά. Εξάλλου, υπάρχουν πολλά κολέγια που φέρουν το όνομά του όπως το Κολλέγιο Αλμπέρ Καμύ στη Νορβίλ, το Κολλέγιο Αλμπέρ Καμύ του Ζενλί, το Κολλέγιο Αλμπέρ Καμύ του Βιερζόν ή το Πολυπολιτιστικό Κολέγιο Αλμπέρ Καμύ στη Μπεζανσόν.
Ωστόσο, οι θαυμαστές του μπορούν να βρίσκουν πληροφορίες για τη ζωή του ή για όλη τη βιβλιογραφία του στο Κέντρο Αλμπέρ Καμύ στην Αιξ-αν-Προβάνς που ιδρύθηκε στις 14 Απριλίου του 2000. Εκείνη τη χρονιά, η κόρη του Κατρίν Καμύ και ο Ζαν-Φρανσουά Πισεράλ, Δήμαρχος της πόλης Αιξ-αν-Προβάνς υπέγραψαν μια σύμβαση καταχώρισης των αρχείων του Αλμπέρ Καμύ. Έτσι, όλοι οι άνθρωποι μπορούν να παραβρεθούν σε αυτό το κέντρο για ν’ανακαλύψουν τη ζωή αυτού του φιλοσοφικού πνεύματος μέσω της μόνιμης έκθεσης που απευθύνεται στο κοινό. Αυτό το πολιτιστικό κέντρο περιέχει διαφορετικές αίθουσες και τη βιβλιοθήκη Αλμπέρ Καμύ όπου ο καθένας μπορεί να βρει χειρόγραφα, εικονογραφικά κείμενα, την αλληλογραφία ή τις διασκευές των έργων του Αλμπέρ Καμύ. Επιπλέον, οι υπεύθυνοι οργανώνουν φεστιβάλ, αναγνώσεις ή θεάματα αφιερωμένα σε εκείνον όπως το 2013 με την ευκαιρία των εκατό χρόνων από τη γέννηση του Αλμπέρ Καμύ.
Εντωμεταξύ, οι άνθρωποι, που θέλουν να ενημερωθούν περισσότερο για το έργο του Αλμπέρ Καμύ μπορούν επίσης να παρακολουθήσουν εκδηλώσεις που οργανώνονται από τη λέσχη των σπουδών Καμύ. Επιπλέον, έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν καλύτερα το έργο αυτού του ανθρώπου μέσα από το ετήσιο περιοδικό ή από το δελτίο ενημέρωσης της λέσχης.
Αρκετά από τα έργα του Αλμπέρ Καμύ ανέβηκαν στο θέατρο ή μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο κατά τη διάρκεια της ζωής του συγγραφέα ή χρόνια μετά το θάνατό του. Συγκεκριμένα το θεατρικό έργο «Καλιγούλας» ανέβηκε πολλές φορές στο γαλλικό και ξένο θέατρο. Το μυθιστόρημα «Ο Ξένος» μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη μετά το θάνατο του επειδή δεν έδινε την άδεια του για να γίνει ταινία. Το μυθιστόρημα «Η Πανούκλα» μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1992. Ο ίδιος διασκεύασε, επίσης, κάποια ξένα θεατρικά έργα κατά τη διάρκεια της ζωής του. Το 1953, έκανε τη διασκευή της κωμωδίας σε τρεις πράξεις «Τα Πνεύματα» του Πιερ ντε Λαριβέι (1541-1619). Το 1956, διασκεύασε και σκηνοθέτησε το θεατρικό σε δύο πράξεις «Ρέκβιεμ για μια καλόγρια» του Γουίλιαμ Φώκνερ (1897-1962).
Ο Αλμπέρ Καμύ, αν και είχε σύντομη ζωή σε αυτή τη κοινωνία του «παραλογισμού» και της «επανάστασης», κατάφερε να εκφράσει ελεύθερα αυτό που ήθελε χωρίς να ξεπεράσει τα όρια της λογικής. Τα έργα του, οι ιδέες του και οι αγώνες του για τις ανθρώπινες αξίες θα κρατούν πάντα ζωντανό το πνεύμα του. Εμείς μπορούμε να μελετήσουμε τα κείμενά του για να διευρύνουμε τους πνευματικούς μας ορίζοντες και για να προσπαθήσουμε ταυτόχρονα να κατανοήσουμε το νόημα της ύπαρξής μας!

Πηγές αποφθεγμάτων και φωτογραφιών :

Seo wordpress plugin by www.seowizard.org.