Ροντέν, Ογκύστ (1840-1917)

Στα μισά του 19ου αιώνα γεννιέται ένα ανήσυχο καλλιτεχνικό πνέυμα, που θα προκαλέσει το θαυμασμό, θα γνωρίσει την απόρριψη και τελικά θα γίνει ένας από τους πιο γνωστούς γλύπτες της Γαλλίας.

Ο Ογκύστ Ροντέν γεννιέται στις 12 Νοεμβρίου 1840 στο Παρίσι και είναι το δεύτερο παιδί του Ζαν -Μπαπτίστ και της Μαρί Σεφέ, που είχαν αποκτήσει νωρίτερα την κόρη Μαρία. Ο Ογκύστ Ροντέν έχει ακόμα μια αδερφή, τη Κλοτίλντ, από προηγούμενο γάμο του πατέρα του αλλά δεν έχουν καμία επικοινωνία.

Θεωρείται μέτριος μαθητής, αφού λόγω της μυωπίας δεν μπορεί να παρακολουθήσει επιτυχώς τα μαθήματα αλλά παρ’όλα αυτά διακρίνεται η κλίση του προς το σχέδιο. Ως έφηβος το 1854 ξεκινάει την παρακολούθηση μαθημάτων στο Ειδικό Σχολείο Σχεδίου και Μαθηματικών, αποκαλούμενο επίσης μικρή σχολή και το οποίο στις ημέρες μας είναι η παγκοσμίου φήμης Ανώτερη Εθνική Σχολή των Διακοσμητικών Τεχνών. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του εκεί και έχοντας δίπλα του σημαντικούς δασκάλους, όπως το Γάλλο ζωγράφο σχεδιαστή και παιδαγωγό Οράς Λεκόκ Ντε Μπουαμπωντράν και το Γάλλο ζωγράφο Ζαν-Ιλαίρ Μπελόκ μαθαίνει πώς να χρησιμοποιεί προς όφελός του το πρόβλημά του και συγκεκριμένα να χρησιμοποιεί την όρασή του και την οπτική του μνήμη. Το 1855 βρίσκεται δίπλα στο Γάλλο γλύπτη Αντουάν-Λουί Μπαρί ο οποίος ασχολείται με την κατασκευή γλυπτών, που απεικονίζουν ζώα και δίπλα στο Γάλλο ζωγράφο και γλύπτη Αλμπέρ-Ερνέστ Καρί – Μπελέζ, του οποίου το στυλ προέρχεται από τα έργα της Αναγέννησης και του 17ου αιώνα.

Γρήγορα εντυπωσιάζεται από τη Γλυπτική και έχοντας τους δύο προαναφερθέντες γλύπτες ως καθηγητές του, αποκαλύπτει το ταλέντο του με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει τις σπουδές του στη μικρή σχολή. Με την προτροπή του Γάλλου γλύπτη Ετιέν Ιππολύτ Μαιντρόν συμμετέχει σε διαγωνισμό για τη είσοδό του στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Παρίσι πετυχαίνοντας στο σχέδιο αλλά αποτυγχάνοντας στη γλυπτική, αφού το στυλ του είναι διαφορετικό από εκείνο των Νεοκλασικών, που επικρατεί. Παρά το γεγονός ότι δείχνει έντονο ενδιαφέρον για τη Γλυπτική, το Σχέδιο θα τον συντροφεύει κατά τη διάρκεια της ζωής του, αφού όταν δε θα σμιλεύει θα σχεδιάζει. Σχετικά με το Σχέδιο ο Ογκύστ Ροντέν θα πει κάποια στιγμή : «Είναι πολύ απλό, τα σχέδια μου είναι το κλειδί του έργου μου, η γλυπτική μου είναι το σχέδιο μου από όλες τις πλευρές». Επιπλέον από το 1856 μέχρι το 1900 θα δημιουργήσει περίπου 10000 σχέδια από τα οποία σήμερα σώζονται περίπου 7000, όπως : «Σκελετός και κρανίο» (1856), «Γέννηση της Αφροδίτης» (1900) κ.ά. Το 1862 έρχεται αντιμέτωπος με το θάνατο της αδερφής του Μαρίας και επειδή δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με αυτό το συμβάν, στρέφει την προσοχή του προς τη θρησκευτική αναζήτηση περίπου για ένα χρόνο.

Έχοντας την στήριξη ενός ιερέα παίρνει την απόφαση να ασχοληθεί ξανά με την τέχνη και η ζωή του παίρνει άλλη πορεία. Το 1864 γνωρίζει τη σημαντικότερη γυναίκα της ζωής, την Ροζ Μπερέ, η οποία θα είναι το μοντέλο του και η σύντροφός του μέχρι το τέλος της ζωής τους. Εκείνη ποζάρει για την κατασκευή διαφόρων αγαλμάτων μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει «Η νέα γυναίκα με το λουλουδάτο καπέλο» (1865 – 1870) το οποίο απεικονίζει με λεπτομέρεια ένα γυναικείο πρόσωπο να φορά ένα καπέλο εκείνης της εποχής. Το 1866 γεννιέται ο γιος του Ογκίστ Εζέν Μπερέ, καρπός του έρωτά του με τη Ροζ Μπερέ, γεγονός που τον εμπνέει να σχεδιάζει σκίτσα με παιδιά, όπως η σκιτσογραφία «Τρία γυμνά παιδιά» (1870).

Κατά τη διάρκεια των ετών 1865 – 1872 συνεργάστηκε με τον Αλμπέρ-Ερνέστ Καρί-Μπελέζ αλλά το 1870 ο Ογκύστ Ροντέν συνοδεύει το Βέλγο γλύπτη Αντουάν-Ζοσέφ Βαν Ρασμπούργκ στις Βρυξέλλες και μαζί διακοσμούν με γλυπτά το Χρηματιστήριο. Την ίδια χρονιά καλείται να υπηρετήσει ως δεκανέας στο Γαλλοπρωσικό Πόλεμο (Ιούλιος 1870 – Μάϊος 1871) αλλά τελικά απορρίπτεται λόγω μυωπίας και επιστρέφει στο Βέλγιο μαζί με τον Αλμπέρ-Ερνέστ Καρί-Μπελέζ για να διακοσμήσουν το Παλάτι των Ακαδημιών στις Βρυξέλλες. Το 1871 η μητέρα του Ογκύστ Ροντέν απεβιώνει και εκείνος για να την τιμήσει παρουσιάζει το πορτραίτο της με τίτλο «Πορτραίτο της Κ. Ζ. Μπ. Ροντέν». Κατά τη διάρκεια των ετών 1871-1877 ασχολείται με τη ζωγραφική, δημιουργώντας ωραίους πίνακες όπως το «Χρυσό Λυκόφως στους αμμόλοφους του δάσους Σουάν». Το 1875 ταξιδεύει στην Ιταλία για να επισκεφθεί τις πόλεις με τα ωραιότερα καλλιτεχνικά δημιουργήματα όπως τη Φλωρεντία, τη Ρώμη, τη Νάπολη. Παράλληλα εμπλουτίζει την τεχνική του με νέα στοιχεία καθώς μελετάει τα έργα του Ιταλού γλύπτη Ντονατέλλο, ενός εκ των πέντε μεταρρυθμιστών της Ιταλικής τέχνης και του Ιταλού ζωγράφου και γλύπτη Μικελάντζελο, του εκπροσώπου της Αναγέννησης.

Την ίδια χρονιά γίνεται γνωστός στη Γαλλία, αφού εκθέτει το γλυπτό του «Ο άνδρας με τη σπασμένη μύτη» στο Σαλόνι του Παρισιού, του οποίου η παρουσίαση δεν είχε επιτραπεί το 1865. Το συγκερκιμένο γλυπτό παρουσιάζει το πρόσωπο ενός άνδρα αλλά λόγω του βαρύ χειμώνα σε κάποια σημεία είχε σπάσει. Ο Ογκύστ Ροντέν, όμως, δεν το διορθώνει και το παρουσιάζει έτσι, με αποτέλεσμα να προκαλέσει αντιδράσεις και να θεωρηθεί ως ένα αποσπασματικό έργο.

Το 1876 εκθέτει έργα του στη Διεθνή και Παγκόσμια Έκθεση της Φιλαδέλφιας στην Αμερική και το 1877 θα γνωρίσει τη δόξα και θα γίνει τόσο διάσημος, ώστε να αναλαμβάνει συνεχώς παραγγελίες. Χρειάστηκε 18 μήνες για να ολοκληρώσει το πρώτο μπρούντζινο άγαλμα με την ονομασία «Η εποχή του χαλκού» (Λαζ νταιραίν), όπου η λέξη «αιραίν» είναι συνώνυμη της γαλλικής λέξης «μπρόνζ» που στα ελληνικά σημαίνει «χαλκός» και κατά τη διάρκεια της Αρχαιότητας τη χρησιμοποιούσαν για να αναφερθούν στο χαλκό με πιο εκλεπτυσμένο τρόπο. Το άγαλμα απεικονίζει ένα νεαρό Βέλγο στρατιώτη είκοσι ετών, τον Ογκύστ Νέτ. Ο γλύπτης έχει παρουσιάσει με τόση λεπτομέρεια το ανδρικό σώμα, που κατηγορείται ότι χρησιμοποιήσε αληθινό σώμα για να γίνει το καλούπωμα. Το άγαλμα παρουσιάζεται εκείνη τη χρονιά στο Καλλιτεχνικό και Λογοτεχνικό Κύκλο των Βρυξελλών με την ονομασία «Ο ηττημένος», έπειτα στο Σαλόνι των Γάλλων Καλλιτεχνών του Παρισιού με την ονομασία «Η εποχή του Χαλκού» και τέλος το 1900 στην Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού με την ονομασία «Ο άνδρας που ξυπνάει».  Κατά την πάροδο των ετών το χάλκινο άγαλμα αποκτά διαφορετικά ονόματα όπως : «Η Λίθινη Εποχή», «Η Εποχή του Χαλκού» (Λαζ ντε Μπρονζ), «Η Εποχή του Σιδήρου», «Ο άνθρωπος των πρώτων ετών», «Ο τραυματισμένος στρατιώτης», το «Ξύπνημα της Ανθρωπότητας».

Ένα χρόνο μετά, το 1878, σε μια προσπάθεια του να αποδείξει ότι δεν χρησιμοποιεί ζωντανά μοντέλα για καλούπωμα, παρουσιάζει το επίσης χάλκινο άγαλμα «Σαν Ζαν Μπαπτίστ». Με αυτό το άγαλμα αποκαλύπτει το χάρισμά του, την κλίση του προς την τέχνη, αφού παρουσιάζει για ακόμα μια φορά λεπομερώς ένα αντρικό σώμα, αποδίδοντας τη λεπτομέρεια ακόμα και στα δύσκολα σημεία του ανρώπινου σώματος, όπως χέρια και πόδια. Αυτό το άγαλμα φαίνεται τόσο αληθινό όπως το προηγούμενο και δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται γιοα έναν ζωντανό άνθρωπο. Έτσι, φέρνει την επανάσταση στη Γλυπτική με την επινόηση και την εγκαθίδρυση του δικού του στύλ, ονομαζόμενο «το στυλ Ροντέν» και αποτελούμενο από νέες τεχνικές όπως ο συνδυασμός, η διάσπαση. Ο Ογκύστ Ροντέν με τη τεχνική του έρχεται σε αντίθεση με την θεματολογία που επικαρτεί μέχρι εκέινη την στιγμή, ονομαζόμενη Ακαδημαϊκή και που επιτρέπει έργα, που σχετίζονται με ιστορικά γεγονότα ή με τον Οριενταλισμό. Λέγοντας Ακδημαϊκή Τέχνη εννοούμε όλα τα καλλιτεχνικά ρεύματα, που αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, μετά την άνθιση του Νεοκλασσικισμού και του Ρομαντισμού, και δέχονται την επιρροή της Σχολής Καλών Τεχνών του Παρισιού.

Το 1879 πηγαίνει στη Μασσαλία για να διακοσμήσει το Παλάτι Καλών Τεχνών καθώς και στη Νίκαια για να διακοσμήσει τη Βιλλά Νεπτούν. Κατά τη διάρκεια των ετών 1879 – 1882 εργάζεται στην Εθνικό Εργοστάσιο των Σεβρώ, που κατασκευάζει πορσελάνινα αντικείμενα και είναι το βασικότερο εργοστάσιο στην Ευρώπη. Εκεί, διακοσμεί βάζα με φιγούρες και χρώματα. Την ίδια χρονιά, δηλαδή το 1789, ο πολιτικός γραμματέας της Σχολής Καλών Τεχνών Εντμόν-Ενρί Τιρκέ παραγγέλνει στον Ροντέν την κατασκευή ενός γλυπτού για την πόρτα εισόδου του Μουσείου Διακοσμητικών Τεχνών του Παρισιού, που θα άνοιγε το 1882. Έτσι, φιλοτεχνεί την «Πόρτα της Κολάσεως» ως απάντηση στην «Πόρτα του Παραδείσου», έργο του Ιταλού γλύπτη Λορέντζο Γκιμπερτί. Στην πραγματικότητα «Η Πόρτα της Κολάσεως» δεν αποτελείται μόνο από το συγκεκριμένο γλυπτό, αλλά περιέχει μια σειρά γλυπτών στα οποία ο γλύπτης θα αφιερώσει τριάντα χρόνια δουλειάς. Ο Ροντέν Ογκύστ εμπνέεται από το έργο η «Θεία Κωμωδία» του Ιταλού συγγραφέα Δάντη Αλιγκέρι και εντυπώνει σκηνές του καθώς και από τη συλλογή ποιημάτων «Τα Άνθη του Κακού» του Σαρλ-Πιερ Μπωντλαίρ. Τα εγκαίνια του μουσείου, όμως, δεν πραγματοποιούνται και συγκεκριμένα το έργο ακυρώνεται το 1889, στερώντας από το γλύπτη την οικονομική στήριξη για να κάνει μπρούτζινο το γλυπτό του, κάτι που θα γίνει μετά το θάνατό του, το 1926. Εκείνος δεν εγκαταλείπει το έργο του και το παρουσιάζει στην Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού το 1900.

Το 1882 επιστρέφει από το ταξίδι του στην Αγγλία και εντυπωσιάζει το πλήθος με τις νέες του δημιουργίες, καθώς η τεχνική του περιέχει πλέον τη χαρακτική (γκραβούρα), που έμαθε από το Γάλλο ζωγράφο, χαράκτη και γλύπτη Αλφόνς Λεγκρό στο Λονδίνο. Έτσι, το 1885 παρουσιάζει τη γκραβούρα του «Ενρί Μπεκ» καθώς και δύο νέα αγάλματα που απεικονίζουν την Εύα και τον Αδάμ.

Ο Ογκύστ Ροντέν είναι παθιασμένος με τη Γλυπτική και παρά την ακύρωση έργων του ή των προβλημάτων με την όρασή του, δεν σταματά να δημιουργεί. Καθώς τα χρόνια περνούν τα έργα, που παρουσιάζει είναι πιο εντυπωσιακά από εκείνα των προηγούμενων ετών. Έτσι, το 1882 παρουσιάζει το μπρούντζινο γλυπτό «O Σκεπτόμενος», που απεικονίζει έναν άνδρα γυμνό, προσηλωμένο στη σκέψη του, δίνοντας την εντύπωση ότι αντιμετωπίζει κάποιο δίλημμα. Το γλυπτό αναπαριστά πολύ ζωντανά το ανθρώπινο σώμα, με κάθε λεπτομέρεια και ο Ογκύστ Ροντέν θέλει να δείξει το σύνδεσμο μεταξύ σκέψης και σώματος.

Το 1883 γνωρίζει τη Γαλλίδα γλύπτρια Καμίλ Κλωντέλ, αδερφή του Γάλλου ποιητή και συγγραφέα Πωλ Κλωντέλ, καθώς εκείνη είναι μαθήτρια του Γάλλου γλύπτη Αλφρέ Μπουσέ. Συγκεκριμένα, εκείνος ζητάει να τον αντικαταστήσει ο Ογκύστ Ροντέν στο μάθημα γλυπτικής, που κάνει σε νεαρές μαθήτριες. Από εκείνη την στιγμή ξεκινάει μια θυελλώδης σχέση ανάμεσα στην ανερχόμενη γλύπτρια και τον ήδη γνωστό γλύπτη. Η Καμίλ Κλωντέλ γίνεται το μοντέλο του Ογκύστ Ροντέν, η μούσα του, που τον ωθεί το 1884 στη δημιουργία του γλυπτού «Η Αιώνια Άνοιξη», παρουσιάζοντας ένα ζευγάρι να φιλιέται, θέλοντας έτσι να υμνήσει την αγάπη και το φθινόπωρο. Το 1887 γίνεται Ιππότης της Λεγεώνας της Τιμής και την ίδια χρονιά εικονογραφεί τη συλλογή ποιημάτων «Τα Άνθη του Κακού» του Μπωντλαίρ. Το 1889 το Γαλλικό κράτος ζητά από το γλύπτη την κατασκευή ενός γλυπτού, που πρόκειται να παρουσιαστεί στην Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού το 1889. Βρίσκεται ακόμα σε σχέση με την Καμίλ Κλωντέλ και μαζί φτιάχνουν το μαρμάρινο άγαλμα «Το φιλί» που απεικονίζει πάλι ένα ζευγάρι και αποτελεί μέρος της σειράς «Η Πύλη της Κολάσεως». Το 1889 γίνεται ιδρυτικό μέλος της Εθνικής Κοινότητας Καλών Τεχνών, που κάθε χρόνο πραγματοποιεί εκθέσεις έργων με σκοπό την προσέλευση κριτικών τέχνης και ερασιτεχνών και παράλληλα φιλοτεχνεί ένα άγαλμα προς τιμή του Γάλλου Ρομαντικού ποιητή Βίκτωρ Ουγκώ (1802 – 1885), που πρόκειται να τοποθετηθεί  στο Πάνθεον. Το 1891 η Κοινότητα Ανθρώπων των Γραμμάτων της Γαλλίας του ζητά την κατασκευή ενός γλυπτού προς τιμή του ιδρυτή της Κοινότητας, του Γάλλου ποιητή Ονορέ Ντε Μπαλζάκ (1799 – 1850). Το άγαλμα, όμως, δεν γίνεται αποδεκτό από την Κοινότητα, δεδομένου ότι ο Ογκύστ Ροντέν αφήνει την προσωπική του σφραγίδα, παραδίδοντας ένα μισοτελειωμένο άγαλμα. Την ίδια χρονιά γίνεται Αξιωματικός στη Λεγεώνα της Τιμής, αντιπρόεδρος της Σχολής Καλών Τεχνών και Πρόεδρος του τμήματος Γλυπτικής. Το 1895 παρουσιάζει για πρώτη φορά το γλυπτό «Το Μνημείο για τους Αστούς του Καλαί», το οποίο δημιουργεί πάλι με τη βοήθεια της μούσας του Καμίλ για την οποία λέει : «Η Δεσποινίς Κλωντέλ έγινε η βοηθός μου, η πιο εξαίσια, τη συμβουλεύομαι για κάθε τι». Έπειτα από πολλά χρόνια σχέσης και συνεργασίας, η Καμίλ Κλωντέλ τον εγκαταλείπει μη θέλοντας να είναι απλά η μαθήτριά του αλλά να κάνει το δικό της έργο. Εκείνη, όμως, δεν καταφέρνει να γίνει διάσημη παρ’όλο που είναι εξαιρετική γλύπτρια και τελικά κλείνεται σε ψυχιατρικό ίδρυμα στην ηλικία των πενήντα ετών, ενώ ο Ογκύστ Ροντέν δεν την ξεχνά και προσπαθεί να της σταθεί.

Έπειτα εγκαθίσταται με τη σύντροφό του Ροζ στην πόλη Μεντόν και ξεκινάει μια περίοδος νέων τιμητικών διακρίσεων, ενώ παράλληλα αγοράζει τη βίλα Ντε Μπριγιάν αποκαλούμενη από εκείνον «ο μικρός πύργος του Λουδοβίκου ΧΙΙΙ», όπου μεταφέρει το εργαστήριό του και ξεκινάει την έκθεση αντικών και πινάκων. Το 1900 χρίζεται Ιππότης της Τάξεως του Λεοπόλδου του Βελγίου, της στρατιωτικής και πολιτικής τάξης, που ιδρύθηκε το 1832 από το Λεοπόλδο Ά, το πρώτο βασιλιά των Βέλγων. Το 1903 γίνεται Ταξιάρχης της Λεγεώνας της Τιμής και το 1910 Ανώτερος Ταξίαρχης.

Το 1911 αναλαμβάνει τη κατασκευή της προτομής του Γάλλου ζωγράφου Πιερ Σεσίλ Πυβί Ντε Σαβάν (1824-1898), δεδομένου ότι ήταν μια από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της Γαλλικής Ζωγραφικής του 19ου αιώνα.

Κατά τη διάρκεια του Ά Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) φυγαδεύεται με τη Ροζ στην Αγγλία και το 1915 βρίσκεται στη Ρώμη, όπου αναλαμβάνει να φιλοτεχνήσει την προτομή του Πάπα Βενέδικτου ΙΈ (1854 – 1922), που όμως δεν ολοκληρώνει. Το 1916 δωρίζει την περιουσία του με σκοπό να δημιουργήσει το Μουσείο Ροντέν, το οποίο πραγματοποιείται στο χώρο όπου βρισκόταν το ξενοδοχείο Μπιρόν το 1919, έπειτα από απόφαση της Βουλής και του Σενάτου.

Το 1917 και συγκεκριμένα στις 29 Ιανουαρίου παντρεύεται με την επί πολλά έτη σύντροφο του Ροζ Μπερέ. Εκείνη πεθαίνει την ίδια χρονιά στις 14 Φεβρουαρίου και εκείνος λίγους μήνες μετά στις 17 Νοεμβρίου.

Η Γαλλία τίμησε το γλύπτη, που άλλαξε τα δεδομένα της Γλυπτικής, που μέσω του πηλού, του χαλκού και του μαρμάρου έδειξε την λεπτομέρεια του ανθρώπινου σώματος, ακόμα και αν τα έργα του είχαν πινελιές μισοτελειώματος. Το όνομά του δόθηκε σε πολλά μέρη, όπως η Πλατεία Ροντέν στο Παρίσι και σε πολλά σχολεία, όπως το Σχολείο Ροντέν επίσης στο Παρίσι. Κάθε επισκέπτης της Γαλλίας μπορεί να θαυμάσει τα έργα του Ογκύστ Ροντέν που βρίσκονται στο Μουσείο Ροντέν ή να γνωρίσουν την καθημερινότητά του βλέποντας το σπίτι όπου διέμενε με τη Ροζ Μπερέ από το 1893 στη περιοχή Μεντόν, το οποίο σήμερα είναι μουσείο. Επιπλέον, έχει τη δυνατότητα να δει έργα του σε διάφορα μουσεία όπως στα Μουσεία Ορσέ, Ορανζερί, Καλών Τεχνών και Αρχαιολογίας.

Ο Ογκύστ Ροντέν παρά τα προβλήματα όρασης κατάφερε να δει με τα μάτια της ψυχής και να απεικονίσει τη δική του οπτική μέσα από τη Τέχνη. Εμείς, θα μπορούσαμε να διδαχθούμε από εκείνον και να κατανοήσουμε ότι αυτό, που βλέπουμε, δεν είναι παντά αληθινό και ότι αυτό, που μας δείχνει η τέχνη, δεν είναι πάντα ψεύτικο.

Τα γλυπτά και το σκίτσο που παρουσιάζονται είναι τα ακόλουθα:

  1. «Η νέα γυναίκα με το λουλουδάτο καπέλο – La jeune femme au chapeau fleuri»
  2. «Ο άνδρας με τη σπασμένη μύτη – Lhomme au nez cassé»
  3. «Η πόρτα της Κολάσεως – La porte de l’Enfer»
  4. «Η αιώνια Άνοιξη – L’Eternel Printemps»
  5. «Ο Σκεπτόμενος – Le Penseur»
  6. «Το φιλί – Le baiser»
  7. «Το Μνημείο για τους Αστούς του Καλαί – Le Monument aux Bourgeois de Calais»
  8. «Τρία γυμνά παιδιά – Trois enfants nus»
Seo wordpress plugin by www.seowizard.org.