Κλωντέλ, Καμίλ (1864-1943)

Ο 19ος αιώνας υποδέχεται τη γέννηση μιας σημαντικής γυναίκας για το χώρο της Γλυπτικής στη Γαλλία. Κατά τη διάρκεια της ζωής της θα φτιάξει εκπληκτικές δημιουργίες από πηλό ή από μάρμαρο, θα σχεδιάσει αλλά δε θα καταφέρει να γνωρίσει τη δόξα, η οποία θα έρθει μετά το θάνατό της.

Η Καμίλ Αναστασία Κεντάλ Νικολά Κλωντέλ γεννιέται στις 8 Δεκεμβρίου 1864 στη περιοχή Φερ-εν-Ταρντενουά (Αίζν) και είναι το δεύτερο παιδί  του Λουί-Προσπέ Βιβέν Κλωντέλ και της Λουίζ-Αταναϊζ. Θεωρείται, όμως, το πρώτο παιδί δεδομένου ότι ο γιος του ζευγαριού Σαρλ-Ενρί (1863) πέθανε δεκάξι ημέρες μετά τη γέννησή του. Η Καμίλ Κλωντέλ αποκτά δύο αδέρφια, τη Λουίζ (1866) και τον Πωλ (1868). Ο αδερφός της Πωλ Κλωντέλ θα εκπροσωπήσει τα γράμματα ως ποιητής και ως δοκιμιογράφος, την τέχνη ως δραματουργός και την πολιτική ως διπλωμάτης.

Η μικρή Καμίλ δείχνει γρήγορα το ταλέντο της προς τη γλυπτική και ως έφηβη ξεκινά την κατασκευή δημιουργημάτων από πηλό. Η ενασχόλησή της με τη γλυπτική χαρακτηρίζεται παθιασμένη και το ταλέντο της επιβεβαιώνεται από το Γάλλο γλύπτη Αλφρέ Μπουσέ. Η οικογένεια Κλωντέλ στηρίζει την Καμίλ, εκτός από τη μητέρα της που είναι εντελώς αντίθετη. Καταφέρνει να τους πείσει να μετακομίσουν στο Παρίσι, με σκοπό να κάνει σπουδές σχετικά με τη γλυπτική και αυτό γίνεται το 1882. Από το 1892 μέχρι το 1913 η Καμίλ αποκτά δικό της ατελιέ, το οποίο γίνεται και χώρος κατοικίας. Παρακολουθεί μαθήματα στην Ακαδημία Κολαροσσί και φυσικά προσπαθεί να τελειοποιήσει τη τέχνη της μέσω των μαθημάτων του Αλφρέ Μπουσέ. Παρ’όλο που εργάζεται πολλές ώρες, καταφέρνει να αποκτήσει φίλες ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζει η Αγγλίδα γλύπτρια Τζέσυ Λίψκομπ, που θα της σταθεί στις δύσκολες στιγμές, που θα ακολουθήσουν.

Η Καμίλ Κλωντέλ γνωρίζει το Γάλλο γλύπτη Ωγκύστ Ροντέν, ο οποίος αντικατέστησε τον Αλφρέ Μπουσέ στο μάθημα γλυπτικής, που παρέδιδε σε κοπέλες. Η ζωή της πρόκειται να αλλάξει ριζικά τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο. Ξεκινά ως μαθήτρια του το 1884 και λίγο καιρό μετά γίνεται το μοντέλο του. Ο Ροντέν είναι έκπληκτος από το δυναμισμό της, τη δημιουργικότητά της και όταν η Καμίλ Κλωντέλ γίνεται βοηθός του, εκείνος αναφέρει : «Η Δεσποινίς Κλωντέλ έγινε η πιο εξαίσια βοηθός μου, τη συμβουλεύομαι για κάθε τί». Αναπτύσσουν προσωπική σχέση, χωρίς όμως να αποτελεί εμπόδιο στη τέχνη τους και μαζί φιλοτεχνούν διάφορα σημαντικά έργα, όπως το μαρμάρινο άγαλμα «Το φιλί». Το ταλέντο της Καμίλ φαίνεται περισσότερο, όταν ξεκινά την κατασκευή αγαλμάτων, που απεικονίζουν γυμνό το ανθρώπινο σώμα όπως το έργο «Λε Βάλς». Η γαλλική κοινωνία βλέπει κάτι καινούργιο, χωρίς να είναι έτοιμη να το αποδεκτί εντελώς και θεωρώντας την Εμίλ ως συνεργάτιδα του ήδη αναγνωρισμένου γλύπτη Ροντέν. Εκείνη, όμως, θέλει να ξεχωρίσει στο χώρο της Γλυπτικής ως Καμίλ Κλωντέλ και αναφέρει στον αδερφό της Πωλ : «Έχω πολλές νέες ιδέες». Παίρνει, λοιπόν, την απόφαση να διακόψει οριστικά τη σχέση της με τον Ογκύστ Ροντέν το 1892 και να ακολουθήσει το δικό της μονοπάτι.

Ακολουθεί μια περίοδος που από τη μία είναι πολύ καλή για την επαγγελματική της σταδιοδρομία και από την άλλη πολύ άσχημη για την ψυχολογική της κατάσταση. Το 1903 εκθέτει τα έργα της στο Σαλόνι των Γάλλων καλλιτεχνών και στο Φθινοπωρινό Σαλόνι. Ωστόσο, η Καμίλ είναι απογοητευμένη, επειδή δε λαμβάνει παραγγελίες από το Γαλλικό κράτος, δεδομένου ότι η τέχνη της θεωρείται προκλητική λόγω του γυμνού. Ένας από τους μεγάλους θαυμαστές της είναι ο Γάλλος συγγραφέας, κριτικός τέχνης και δημοσιογράφος Οκτάβ Μιρμπώ. Εκείνος παραγγέλνει έργα της και περιγράφει την Καμίλ Κλωντέλ ως «γυναίκα ιδιοφυία». Λίγο πριν την εμφάνιση των ψυχολογικών προβλημάτων, η Καμίλ παρουσιάζει έπειτα από παραγγελία το τελευταίο της έργο, το γυμνό κορμί μιας γυναίκας προς το θάνατο με τον τίτλο «Τραυματισμένη Νιομπίντ (Νιομπίντ Μπλεσέ)».

Το 1905 η Εμίλ έρχεται αντιμέτωπη με έντονες ψυχολογικές διαταραχές, που αποτελούν συμπτώματα παράνοιας. Ζει με ψευδαισθήσεις και στρέφεται ενάντια στον Ωγκύστ Ροντέν, κατηγορώντας τον για κλοπή των έργων της και για απόπειρα να την σκοτώσει. Επιπλέον, καταστρέφει πολλά από τα έργα της. Παρά την άσχημη ψυχολογική της κατάσταση, το 1907 συμμετέχει σε δημόσια έκθεση και το 1908 παρουσιάζει την τελευταία της ατομική έκθεση αποτελούμενη από έντεκα γλυπτά. Το 1906 ο αδερφός της Πωλ παντρεύεται και φεύγει στην Κίνα, ενώ η Καμίλ αρχίζει να απομονώνεται στο εργαστήρι της με την επίσημη πλέον  διάγνωση ότι υποφέρει από σχιζοφρένεια. Παράλληλα αντιμετωπίζει έντονα οικονομικά προβλήματα και ο πατέρας της προσπαθεί να τη βοηθήσει.

Το 1913 είναι η χρονιά κατά τη διάρκεια της οποίας η γυναικεία μεγαλοφυΐα της Γλυπτικής θα βρεθεί εγκλωβισμένη σε μια κατάσταση παραλόγου. Στις 2 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς, πεθαίνει ο πατέρας της και εκείνη δεν το μαθαίνει ποτέ λόγω της ψυχολογικής της κατάστασης. Στις 8 Μαρτίου, ο αδερφός της και η μητέρα της αποφασίζουν να την κλείσουν σε ψυχιατρικό άσυλο, παραποιώντας τα χαρτιά που υπογράφονται από κάποιο γιατρό και τον αδερφό της, ώστε να δηλώνουν ότι η Καμίλ Κλωντέλ κάνει εθελοντικό εγκλεισμό στο άσυλο Βιλ-Εβράρ. Εντωμεταξύ, παρατηρείται ότι παρά τα ξεσπάσματα, όταν ασχολείται με τη γλυπτική έχει πλήρη διαύγεια. Οι γιατροί του νοσοκομείου εξηγούν στην οικογένειά της ότι η Καμίλ δεν πρέπει να παραμείνει στο ίδρυμα, αλλά εκείνοι δεν αλλάζουν την απόφασή τους.

Η Καμίλ Κλωντέλ στην πραγματικότητα δεν είναι μόνη της, καθώς έχει την στήριξη ανθρώπων, που φυσικά δεν ανήκουν στο οικογενειακό της περιβάλλον. Αντιδρούν οι θαυμαστές της που ισχυρίζονται ότι αυτός ο εγκλεισμός είναι «κληρικό έγκλημα». Στις 19 Σεπτεμβρίου 1913 η γαλλική εφημερίδα Λαβενίρ ντελαίζν γράφει : «κάποιοι άνθρωποι ήρθαν σπιτί της, την πέταξαν απότομα σε ένα αυτοκίνητο παρά την εξοργισμένη διαμαρτυρία της, και από αυτή την ημέρα, αυτή η μεγάλη καλλιτέχνης είναι έγκλειστη σε ένα τρελοκομείο». Επιπλέον, οι δημοσιογράφοι ξεκινούν εκστρατεία ενάντια στη νόμιμη κατακράτηση (ανθρώπου), κατηγορώντας την οικογένεια της Καμίλ Κλωντέλ ότι ήθελαν να απαλλαχθούν από εκείνη. Παράλληλα ζητούν την κατάργηση του νόμου 30 Ιουνίου 1838 για τους πιστοποιημένους ψυχασθενείς, σύμφωνα με τον οποίο ο εγκλεισμός ενός ατόμου σε ψυχιατρικό ίδρυμα γινόταν είτε εθελοντικά είτε έπειτα από τη γνωμάτευση ενός ιατρού ακόμα και αν δεν είχε πνευματικές διαταραχές. Ο συγκεκριμένος νόμος τέθηκε σε ισχύ το 1838 (καταργήθηκε το 1990) από το Βασιλιά Λουδοβίκο-Φίλιππο, για να προστατέψει τους ανθρώπους. Μέχρι τότε ο καθένας μπορούσε να εισάγει κάποιον σε άσυλο, ισχυριζόμενος πνευματική αστάθεια, με αποτέλεσμα πολλοί υγιείς άνθρωποι να χάσουν την ελευθερία τους και τις περιουσίες τους από διάφορους εκμεταλλευτές.

Στις 12 Φεβρουαρίου 1915, η Καμίλ Κλωντέλ μεταφέρεται στο ψυχιατρικό ίδρυμα Μοντεβέργκ, κοντά στην πόλη Αβινιόν. Ο Ωγκύστ Ροντέν δεν εγκαταλείπει τη γυναίκα, που άλλοτε τον ενέπνεε για τα έργα του και την ίδια χρονιά στέλνει χρήματα για να καλύψει τα έξοδα νοσηλείας της στη ψυχιατρική κλινική. Επιπλέον, νοικιάζει ένα δωμάτιο στο ξενοδοχείο Μπιρόν, όπου εκεί φυλάσσονται τα έργα της. Σε γενικότερα πλαίσια προσπαθεί να βρίσκεται δίπλα της, αλλά δεν κατφέρνει πολλά, αφού πεθαίνει το Νοέμβριο του 1917. Η μητέρα της συνεχίζει την άσχημη συμπεριφορά της και απαγορεύει την αλληλογραφία της κόρης της με κάθε άτομο, πλην του αδερφού της. Το 1920 ο γιατρός Μπρινέ στέλνει γράμμα στη μητέρα της Καμίλ και της ζητά να πρασπαθήσει για την επανένταξη της ασθενούς στην οικογένεια αλλά εκείνη αρνείται. Τελικά, πεθαίνει το 1929 χωρίς να έχει επισκεφθεί την κόρη της στο ίδρυμα.

Η Καμίλ Κλωντέλ δέχεται τις περιστασιακές επισκέψεις του αδερφού της Πωλ, αλλά προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι εκείνος αναφέρεται στην αδερφή του χρησιμοποιώντας μόνο παρελθοντικό χρόνο. Η αδερφή της Λουίζ συμπεριφέρεται σαν να μην έχει αδερφή, δεδομένου ότι δεν την επισκέπτεται, ακολουθώντας την ίδια στάση με τη μητέρα τους. Η Τζέσυ Λίψκομπ επισκέπτεται τη φίλη της δύο φορές, το 1924 και το 1929. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης επίσκεψης, συνοδευόμενη από το σύζυγό της, δε δέχεται ότι η Καμίλ είναι άρρωστη και λέει : «Δεν είναι αλήθεια (ότι η Εμίλ είναι παράφρων)». Ο Ματιάς Μοράρντ, φίλος του Ροντέν, δηλώνει ότι ο Πωλ απέκλεισε την αδερφή του από την ιδιοφυΐα.

Κατά τη διάρκεια των ετών 1940-1945 οι έγκλειστοι των ψυχιατρικών ιδρυμάτων ζουν σε άθλιες συνθήκες, ως απόρροια του ΄Β Παγκοσμίου Πολέμου και σημειώνεται ο θάνατος περίπου 40.000 ασθενών. Ο διευθυντής του ψυχιατρικού ιδρύματος, όπου βρίσκεται η Καμίλ, στέλνει γράμμα στον αδερφό της Πωλ αναφέροντας ότι από τον Ιούλιο του 1943 εξαιτίας κάποιου οιδήματος και ως επακόλουθο της κακής διατροφής και της ελλειπούς προσοχής, η υγεία της αδερφής του χειροτέρευε. Επιπλέον, του αναφέρει : «Οι αλλόφρονές μου πεθαίνουν κυριολεκτικά από ην πείνα : 800 από 2000». Ο Πωλ Κλωντέλ, όμως, δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον. Η Καμίλ πεθαίνει στις 19 Οκτωβρίου 1943, έπειτα από αποπληκτική κρίση επιληψίας στο ίδρυμα Μοντεβέργκ. Η αδιαφορία της οικογένειάς της φθάνει στο έπακρο, όταν κανείς δεν παρευρίσκεται στον ενταφιασμό της εκτός από το προσωπικό του ασύλου. Επιπλέον, έπειτα από καιρό η σωρός της μεταφέρθηκε σε κοινό τάφο, που προορίζεται κυρίως για άπορους ή για νεκρούς αγνώστου ταυτότητος.

Μετά το θάνατο της Καμίλ, τα έργα της δε χάθηκαν δεδομένου ότι το Γαλλικό κράτος φρόντισε να τα προστατεύσει. Σήμερα, μπορούμε να θαυμάσουμε περίπου πενήντα γλυπτά της στο Μουσείο Ροντέν, σε ένα δωμάτιο αποκλειστικά αφιερωμένο σε εκείνη. Επιπλέον, κάθε επισκέπτης της Γαλλίας μπορεί να βρει κάποια από τα έργα της σε διάφορα μουσεία. Το 2012, η όψη της Εμίλ Κλωντέλ τυπώθηκε σε γαλλικό χαρτονόμισμα των 10 ευρώ εκπρόσωπος της περιοχής Σανπάν-Αρντέν.

Η Καμίλ Κλωντέλ είτε είχε ψυχολογικά προβλήματα είτε όχι, είναι η γυναίκα που μάγεψε τους ανθρώπους μέσω της Γλυπτικής και ξεχώρισε για την εισαγωγή του γυμνού στοιχείου. Επιπλέον, είναι η ιδιοφυϊα που της στέρησαν τη δημιουργία, αλλά κανείς δεν κατάφερε να της στερήσει τη μεταθανάτια δόξα. Εμείς, θα μπορούσαμε να δούμε τα γλυπτά της και μέσα από αυτά να θυμόμαστε ότι συνήθως παράφρονες δεν είναι οι άνθρωποι των ψυχιατρικών ιδρυμάτων αλλά οι ‘υγιείς’ της κοινωνίας, που δεν σέβονται την ελευθερία και την ατομικότητα του άλλου.

Τα έργα, που παρουσιάζονται στο άρθρο μας, είναι τα ακόλουθα :

  • «Η ώριμη Ηλικία» (από μπρούντζο) / «L’Âge mûr» (en bronze) : Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες δημιουργίες της Εμίλ Κλωντέλ. Ονομάζεται επίσης  «Το Πεπρωμένο», «Το Μονοπάτι της ζωής», «Η Μοίρα». Χρειάστηκαν έξι χρόνια για την κατσκευή του (1894-1900).Υπάρχουν, σήμερα, τρία αγάλματα της ίδιας μορφής, εκ των οποίων το ένα είναι μαρμάρινο και τα άλλα δύο μπρούτζινα. Τα βρίσκουμε στο Μουσείο Ορσέ και στο Μουσείο Ροντέν.
  • «Η νεαρή κοπέλα με το μπουκέτο / La jeune fille à la gerbe» : Δημιουργήθηκε το 1886. Δείχνει μια νεαρή γυμνή κοπέλα που στην πλάτη της έχει ένα δεμάτι με σιτάρι. Πρόκειται για κεραμικό άγαλμα το οποίο σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Ροντέν.
  • «Σακουντάλα / Shâkountalâ» : Το άγαλμα αναπαριστά την Σακουντάλα που είναι η ηρωίδα ενός δράματος γραμμένο από τον Ινδό ποιητή Καλιντάσα. Σήμερα, το Μουσείο Ροντέν έχει το άγαλμα που είναι φτιαγμένο από πηλό.
Seo wordpress plugin by www.seowizard.org.